Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ


"ΟΣΤΙΣ  ΘΕΛΕΙ"

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ  -  ΠΤΩΣΗ & ΑΝΟΔΟΣ




Χρήστου Κων. Τυρεκίδη
Θεσσαλονίκη 2017



Εξώφυλλο 



Μπορείτε ηλεκτρονικά να αγοράσετε το βιβλίο από εδώ

----------------------------------------------------------------------------------------

Π Ι Ν Α Κ Α Σ    Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Ω Ν


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΑΓΓΕΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ – Η ΠΤΩΣΗ

Η αρχή της πτώσης
Κοσμογονία - Ημέρα Πρώτη
Ημέρα Δεύτερη
Ημέρα Τρίτη
Ο Αλέξανδρος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ – Η ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ
Ημέρα Τέταρτη
Ημέρα Πέμπτη
Ο ασκητής Λάζαρος
Ημέρα Έκτη - Μέρος πρώτο
Ημέρα Έκτη - Μέρος δεύτερο
Ημέρα έβδομη
Η μεγάλη απόφαση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Ημέρα Ογδόη
Η Λύτρωση
Η Συνάντηση
Η Επιστροφή
Αντί επιλόγου
Χρήσιμες εξηγήσεις
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Οπισθόφυλλο

-------------------------------------------------------------------------------------------


   Αγαπητέ αναγνώστη

   Δεν γνωρίζω εάν τα γεγονότα έγιναν έτσι, ή κάπως έτσι!
   Φοβάμαι όμως πως όσα έρχονται, θα είναι έτσι, ή πολύ χειρότερα από έτσι!
   Μη βιαστικά διαβάσεις πρώτα τις τελευταίες του σελίδες!
   Η αρχή γράφηκε για να κατανοήσεις πολύ περισσότερα απ' όσα έχουν γραφεί εκεί στο τέλος του βιβλίου.
   Κάθε απορία που ίσως βρεθεί σε μία ενότητα, η επόμενη ενότητα θα βρει τον τρόπο να τη λύσει!
   
   Καλή σας ανάγνωση


   ΥΓ: Υπάρχουν βιβλία που μπορείς να γράψεις δεκάδες σε έναν χρόνο, και βιβλία που χρειάζονται δεκάδες χρόνια μελέτης και αναζήτησης, για να γράψεις μόλις ένα!
   Τέτοια βιβλία, μη τα δωρίζεις ανώνυμα και χωρίς λόγο σε όσους δεν τους είναι ακριβό να τα αποκτήσουν!
   Μη στερήσεις τη δυνατότητα του δημιουργού να συνεχίσει τη δική του έρευνα, να μπορεί στο μέλλον να προσφέρει και νέα βιβλία, απαραίτητα και χρήσιμα για όλους!
   Εάν κάτι πρέπει να κάνεις και αξίζει πράγματι τον κόπο σου, είναι η κοινοποίηση τις όποιας δική σου κριτική για ό,τι μέσα στις σελίδες του διαβάσεις!

   Σε ευχαριστώ!
   Χρήστος Τυρεκίδης

   ISBN: 978-618-83287-0-9


---------------------------------------------------------------------------



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΑΓΓΕΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ – Η ΠΤΩΣΗ

 Η αρχή της πτώσης


-Μα, που έχουν πάει οι άρχοντες;
Δίχως να μιλήσει ο Φειδίας σήκωσε το χέρι και έδειξε ψηλά.
Ο Φαίδων αναζήτησε με το βλέμμα εκεί που του έδειξε, δεν είδε τίποτε άλλο πέρα από το αιώνιο Φως.
Ο Φειδίας τον έπιασε από το μπράτσο απαλά κοιτώντας τον στα μάτια.
-Όχι όλοι, είπε σιγά. Ο Άρχοντας μας δεν πήγε μαζί τους!
Ο Φαίδων απόρησε.
-Γιατί;
-Δεν γνωρίζω, πρόσθεσε ψιθυριστά. Ούτε τον αναζήτησαν, ούτε ρώτησαν που είναι κι έδειξε προς τα δεξιά όπου σκεφτικός και μόνος έστεκε ο δικός τους αρχάγγελος, ο Εωσφόρος!
Φιγούρα μοναχική, μεγαλόσωμη, αν και δέσποζε στον χώρο ήταν φανερό πως κάτι έλειπε τώρα από την αρχική του μεγαλοπρέπεια. Ήταν χαλαρός, σχεδόν σκυφτός και βυθισμένος σε μύριες σκέψεις.
Ο Φαίδων ρώτησε με χαμηλή φωνή.
-Αναζητά ακόμη χώρο σκιάς;
-Ο Φειδίας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και τον τράβηξε παράμερα.
-Φοβάμαι πως του έγινε εμμονή! Φέρεται όλο και πιο παράξενα!
Στο εωσφορικό τάγμα γνώριζαν, όλοι τους συμμετείχαν σε ιδιότυπη έρευνα. Μια προτροπή, ένα αστείο ήταν η αρχή, όταν κάποιος άγγελος του ζήτησε να κάνει το ιδιαίτερο εσωτερικό του φως να λάμψει περισσότερο!
Αν και ξεκίνησε σαν αστείο, όσες φορές προσπάθησε να κάνει λαμπρότερο το εσωτερικό του φως, δεν το κατάφερε και με τρόπο αμήχανο δικαιολόγησε την αδυναμία του, προβάλλοντας ως αίτιο το δυνατό Θείο φως που αδιάκοπα καλύπτει τον κόσμο τους.
Δεν ξέχασε, ούτε εγκατέλειψε! Προσπαθούσε ξανά και ξανά, δίχως να καταφέρει κάτι καλύτερο από την πρώτη φορά. Γι αυτό και ζήτησε βοήθεια απ' το τάγμα του, προτρέποντας τους να ψάξουν για σκιασμένο τόπο με λιγότερο φως!
Σίγουρα ανόητο, αλλά η προσπάθεια να αναδείξει το δικό του εσωτερικό φως, αν και δώρο Θείο και μοναδικό, στον πρώτο και ομορφότερο Του Αρχάγγελο, του έγινε τελικά εμμονή!
Όσο κι αν αναζήτησαν τόπο σκιερό στην Ουράνια και Φωτεινή κοινωνία, στάθηκε αδύνατον και το μόνο καλό αυτής της προσπάθειας, ήταν το ότι γνώρισαν πολύ καλά τον κόσμο τους!
Γνώριζαν πως ζούσαν στο χαμηλότερο επίπεδο της αέρινης δημιουργίας, πως τα όρια του κόσμου τους ήταν απέραντα και παντού συναντούσαν μονάχα Φως!
Αν και η πρόθεση του Εωσφόρου ήταν αγαθή και αθώα, η προσπάθεια και η κάθε της επανάληψη, τη μετέστρεφε σε σκέψη συνειδητή, με ρίζα δική της που τώρα άπλωνε στο Είναι του κάτι άγνωστο, ενοχλητικό, πρωτόγνωρο και άσχημο στον ουράνιο κόσμο.
Η αρχική χαρά του δώρου ήταν τώρα εμμονή! Μια τυραννία, που έκτιζε στο νου του κάτι φαινομενικά αθώο, ευχάριστο μεν, αλλά ανεξέλεγκτο.
Την ουτοπική, τη δίχως σύνορα φαντασία, που με νοσηρή ευχέρεια δημιουργεί δικά της κέντρα, που ξεγλιστρά με άνεση από την πραγματικότητα, μοναδική στο να πλάθει αληθοφανή δεδομένα, που με τη δική τους σιγουριά σε οδηγούν σε κόσμους ανύπαρκτους!
Ο απονήρευτος και αθώος αγγελικός κόσμος, δεν κατάλαβε τίποτε απ' όσα συνέβαιναν στο εωσφορικό τάγμα και οι δικοί του άγγελοι συμμετείχαν πρόθυμα και με διάθεση αθώα να φανούν χρήσιμοι στον άρχοντα τους.
Με προθυμία ανταποκρίθηκαν σε ό,τι ζήτησε και χωρίς προγενέστερη γνώση και εμπειρία, ήταν αδύνατον να γνωρίζουν το βάθος και τη σοβαρότητα των εμμονών του Εωσφόρου σε ό,τι δεν είχαν ποτέ τους διδαχθεί.
Ούτε ο φωτεινός Εωσφόρος σκεφτόταν πονηρά. Αφέθηκε όμως να γλιστρά ευχάριστα στο λάθος, χωρίς ούτε ο ίδιος να γνωρίζει πως χρειάζονταν βοήθεια!
Έτρεφε και τρέφονταν από σκέψεις ευχάριστες, χωρίς να καταλάβει πως τον οδηγούσαν εκεί που τόσο πόθησε και αγάπησε, σε τόπο άγνωστο και μελανό.
Η άκαρπη οριζόντια αναζήτηση στο δικό τους κατώτερο κόσμο, ήταν βέβαιο πως θα τον οδηγούσε τώρα σε τόπους υψηλότερους από την Πηγή του φωτός, από τον Άγιο Θεό τους, με την ελπίδα πως εκεί θα έβρισκε ό,τι τόσο επίμονα ακόμη αναζητούσε: Λιγότερο φως στον χώρο!
Δε γνώριζε!
Αδύνατον τότε να γνώριζε, πως εκτός από το γνωστό υπαρκτό και φωτεινό τους κόσμο υπήρχε και το κενό. Το σκοτάδι, το τίποτε, το απόλυτο κενό, αυτό που μένει μετά την απουσία του φωτός!
Όσο ζούσαν στο Αιώνιο Φως, δεν σκεφτόταν πονηρά ή με κακία. Ό,τι έκανε, ήταν μια ανοησία, μια ουτοπία, μια βλακεία με ανεξέλεγκτες προεκτάσεις, που τώρα τον οδηγούσε πέρα από το ένα και μοναδικό κέντρο του συνειδητού του Είναι.
Αφέθηκε!
Απομονώθηκε από τους άλλους άρχοντες και με δεδομένα που στη σκέψη του γεννοβολούσαν ουτοπικό κέντρο φαντασίωσης, έκτιζε ανέξοδα όλα όσα τον ωθούσαν με δύναμη προς ένα μελανό και φρικτό άγνωστο.
Ανασήκωσε το κεφάλι.
Με το βλέμμα αναζήτησε ένα σημάδι, έναν στόχο εκεί ψηλά να τον οδηγήσει κάπου συγκεκριμένα, αλλά μάταια!
Στάθηκε λίγο ακόμη ακίνητος και μετά, με δύναμη κίνησε προς τα επάνω, προς τα πολύ υψηλότερα.
Όλα ήταν ακόμη ήσυχα!
Σε απόσταση τριγύρω του υπήρχαν μόνον άγγελοι, καθώς οι Αρχάγγελοι έλειπαν ακόμη στη συγκέντρωση.
Ο Φαίδων είχε κιόλας απομακρυνθεί από τον Φειδία, όταν ένας περίεργος θόρυβος τον ανάγκασε να στρέψει μαζί με όλους το βλέμμα του προς τον Εωσφόρο.
Όσα είδε, δεν βοήθησαν να καταλάβει το τι ακριβώς συνέβαινε!
Είδε τον άρχοντα του ψηλά, αλλά παράξενο, ούτε πετούσε, ούτε ήταν ακίνητος! Ήταν μάλλον μετέωρος και ορατός απ' όλον τον Ουράνιο κόσμο!
Όσα ακολούθησαν έγιναν γρήγορα, τόσο, που κανείς δεν τα ερμήνευσε τότε σωστά.
Τη σκιά που έντονα αναζητούσε ο Εωσφόρος, τη βίωνε τώρα στο σώμα του! Η ζηλευτή λάμψη από το μοναδικό εσωτερικό Θείο φως που είχε, μονομιάς χάθηκε!
Πριν κατανοήσουν τι έβλεπαν, έκανε φανερή την παρουσία του κάτι άσχημο, το αδιαπέραστο σκοτάδι, τρομακτικό, κάτι άγνωστο που όλοι τους αγνοούσαν!
Στα έκπληκτα μάτια τους εμφανίστηκε μία ρωγμή κάτω από τον αιωρούμενο και σκιασμένο αρχάγγελο, μια οπή σκοτεινή, ένα άνοιγμα που μέσα του βυθίστηκε ο πάλαι ποτέ φωτεινός Εωσφόρος, ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε από μόνος του.
Ο ουράνιος κόσμος μούδιασε, παρέμεινε για λίγο ακίνητος και σαστισμένος.
Όλοι;
Όχι όλοι!
Οι εωσφορικοί άγγελοι που τόσον καιρό αναζητούσαν χώρο σκιάς, όχι μόνον δεν σάστισαν, αλλά γεμάτοι από χαρά που επιτέλους βρέθηκε τόπος σκοτεινός, κινήθηκαν γρηγορότερα απ' όλους!
Γρήγοροι, μα απρόσεκτοι!
Δεν πρόσεξαν πως ο πάλαι ποτέ Εωσφόρος δεν ήταν πλέον φωτεινός και με λάθος τρόπο ερμήνευσαν το μαύρο που τώρα κατάπινε τον άρχοντα τους!
Με προθυμία, με χαρά, με διάθεση να βοηθήσουν σε ό,τι τόσο καιρό αναζητούσε, με γέλια και δυστυχώς με τη θέλησή τους, την λάθος, την απερίσκεπτη, αλλά με θέληση δική τους, όλοι τους όρμησαν προς το σκοτεινό κενό!
Επιτέλους!
Ο δικός τους άρχοντάς είχε βρει ό,τι αναζητούσε, το χώρο σκιάς και στο πυκνό του σκοτάδι θα έλαμπε τώρα το μοναδικά δικό του φως, κάτι που δεν έπρεπε να χάσουν με τίποτε!
Ο Φειδίας ήταν ποιο κοντά απ' όλους κι όσο κι αν ο Φαίδων του φώναζε να περιμένει, βιαστικός και πρώτος έκανε τη βουτιά στο κενό και τον ακολούθησαν πλήθος άλλων εωσφορικών αγγέλων!
Ο υπόλοιπος αγγελικός κόσμος έβλεπε τα γεγονότα διαφορετικά. Γι αυτούς ήταν μια πρωτοφανής καταστροφή, ήταν ακατανόητο που άγγελοι με γέλια και χαρές πηδούσαν στο σκοτεινό κενό!
Η αντίθεση ήταν τρομακτική! Ο ένας άγγελος προέτρεπε τον άλλο κι όλοι μαζί έκαναν βιαστική και ολέθρια βουτιά σε άγνωστο και σκοτεινό άνοιγμα!
Την ίδια στιγμή έκαναν την εμφάνισή τους και οι Αρχάγγελοι.
Μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει, η πρώτη τους σκέψη ήταν να φυλάξουν από την ολέθρια πτώση τους αγγέλους από τα τάγματά τους.
Η πτώση έχει πάρει μορφή χιονοστιβάδας, καθώς αμέτρητοι εωσφορικοί άγγελοι -παράδοξο κι αντιφατικό- με γέλια, χαρές και με ανεξήγητη προθυμία ορμούσαν στο σκοτεινό κενό!
Το αρχικό ξάφνιασμα πέρασε γρήγορα!
Πρώτος ο άρχων Μιχαήλ κατάλαβε πως οι εωσφορικοί μόνον άγγελοι με προθυμία έτρεχαν προς το κενό!
Συνειδητοποιώντας πως δεν ήταν αθέλητη πτώση, πως δεν ήταν πτώση αλλά επιλογή, άφησε τους δικούς του αγγέλους και όρμησε στην άκρη του ρήγματος.
Με το πελώριο του ανάστημά και τεταμένα σε οριζόντια θέση τα χέρια του σε σχήμα σταυρού, έγινε με το σώμα του το εμπόδιο της ολέθριας πορείας προς το κενό.
-Στώμεν καλώς, φώναξε. Στώμεν μετά φόβου Θεού! “σταθείτε σωστά, σταθείτε με φόβο πως ίσως κάνετε κάτι ανάρμοστο και προσβλητικό απέναντι στο Θεό (το ακούμε μετά το Πιστεύω στη Θεία Λειτουργία)”
Η παρέμβαση και το ανάστημά του λειτούργησαν ως οδόφραγμα στην έως τότε ανεξέλεγκτη πτώση.
Ο Φαίδων ήταν τώρα δίπλα στο ρήγμα! Βιάζονταν να μοιραστεί με τον φίλο τα γεγονότα της χαράς που είχαν αρχίσει χωρίς αυτόν. Λίγο πριν βρεθεί στο κενό, η μεγαλόσωμη φιγούρα του άρχοντα Μιχαήλ του έκλεισε το δρόμο.
Προσπάθησε να ξεγλιστρήσει κάτω από το απλωμένο του χέρι, αλλά το αυστηρό βλέμμα του άρχοντα τον απέτρεψε από κάθε πτωτική διάθεση!
Έκανε υπακοή. Απορημένος και σαστισμένος έμεινε στη θέση του. Κοίταζε με πόνο και απόγνωση τον Φειδία, που κι αυτός τον κοίταζε από μακρυά, μισοφωτισμένος και ...στάσιμος καθώς “έπλεε” με πλήθος άλλων αγγέλων στο μαύρο κενό.
Του φώναξε!
Γρήγορα κατάλαβε πως ο φίλος του δεν ήταν σε θέση να ακούσει, ούτε να απαντήσει. Το γλυκύ χαμόγελο που είχε όταν με κέφι πηδούσε στο κενό, ήταν τώρα ανέκφραστο και παγωμένο στα χείλη του!
-Φειδία, ψιθύρισε με πόνο καθώς καταλάβαινε πως κάτι άσχημο συνέβαινε σε όσους πρόλαβαν να βρεθούν στο κενό.
-Φειδία, φώναξε δυνατά ξανά και ξανά, καλέ μου φίλε Φειδία, τι συμβαίνει;
Ο άρχοντας Μιχαήλ, βλέποντας τον μικρό άγγελο ασυγκράτητο και με πρωτόγνωρα δάκρυα στα μάτια, για να μη ξεφύγει κάτω από το απλωμένο του χέρι, τον κράτησε και βιαστικά τον τράβηξε πιο πίσω.
Ολόγυρα ήρθαν κι οι άλλοι άρχοντες δημιουργώντας όλοι τους μια ζώνη ασφαλείας γύρω από την σκοτεινή οπή.
Ο θόρυβος και η φασαρία κόπασαν με τη σωτήρια παρέμβαση του άρχοντα Μιχαήλ και την ταραχή αντικατέστησε η παρατεταμένη και αβάσταχτη σιωπή που απλώθηκε σε όλο τον χώρο.
--- ---
Ο Φειδίας ήταν πιο κοντά απ' όλους στον άρχοντα Εωσφόρο. Τον είδε όταν ανασήκωσε το κεφάλι προς τα πάνω, είδε την άνοδο, το σταμάτημα, απόρησε που τον έβλεπε να αιωρείται μετέωρος και ακίνητος ψηλότερα από την αρχική του θέση!
Ξαφνιάστηκε ευχάριστα όταν αντίκρισε τη σκοτεινή οπή κάτω ακριβώς από τον άρχοντά του.
Η πρώτη του σκέψη ήταν πως επιτέλους βρήκε το σκιερό τόπο που τόσο ήθελε και αναζητούσε! Έναν χώρο όπου θα έλαμπε περίτρανα το εσωτερικό του φως και μόλις ο δικός του άρχοντάς έκανε “βουτιά” στο κενό, δεν έχασε καιρό, αναζήτησε μια στιγμή τον Φαίδωνα και πριν καλοσκεφτεί τι κάνει, σαν την αστραπή βούτηξε πίσω από τον Εωσφόρο στο κενό!
Ήταν χαρούμενος!
Χαμογελούσε καθώς άφηνε πίσω το οικείο Φως και γεύονταν το πυκνό, το αδιαπέραστο σκοτάδι, μα η χαρά του κράτησε μόνο μία στιγμή και ό,τι εκεί βίωσε δεν ήταν καθόλου ευχάριστο!
Το σώμα του έχανε την ελαστικότητά του, οι κινήσεις του έγιναν αργές και κάτι άσχημο και κρύο αφαιρούσε τώρα τη ζεστασιά και το φως από το σώμα του!
Πρώτα στα χέρια και τα πόδια του έγιναν οι κλειδώσεις άκαμπτες και μετά όλο του το Είναι!
Τρόμαξε!
Ο αρχικός ενθουσιασμός χάθηκε! Στη θέση του ήρθε κάτι άχαρο και απαίσιο που πρώτη φορά βίωνε!
Ο Φόβος!
Φοβόταν, τώρα φοβόταν πολύ!
Προσπάθησε να στρέψει το κεφάλι του προς τον Εωσφόρο, να ρωτήσει, να μάθει τι συνέβαινε, αλλά αυτό που αντίκρισε τον γέμισε με ακόμη μεγαλύτερο φόβο.
Ο Φωτεινός και πανέμορφος άρχοντας, ο πάλαι ποτέ Αρχάγγελος τους, ο Εωσφόρος, ο πρώτος και ωραιότερος, ήταν τώρα μια φιγούρα άσχημη και ζαρωμένη, χωρίς εσωτερικό φως, χωρίς τίποτε απ' όλα όσα τον είχαν κάνει αγαπητό στον Ουράνιο κόσμο.
Και ο πόνος!
-Άγιε Θεέ, σκέφτηκε, πονώ! Κρυώνω και πονώ δυνατά σε όλο μου το σώμα!
Ένιωθε, ή μάλλον πέρα από το δυνατό πόνο δεν ένιωθε τίποτε άλλο από χέρια και πόδια. Τουλάχιστον, συλλογίστηκε με παρηγοριά, μπορώ ακόμη να σκέφτομαι!
Αν και προσπάθησε, δεν κατόρθωσε να γυρίσει το λαιμό του για να δει τι συνέβαινε τριγύρω του.
Καταλάβαινε πως το σώμα του έκανε μια βασανιστικά αργή περιφορά στο κενό και με την άκρη του ματιού του έβλεπε με τρόμο γνωστούς και φίλους από το εωσφορικό τάγμα, χωρίς σταματημό να πηδούν ακόμα με γέλια και χαρές στο κενό!
Προσπάθησε να φωνάξει, να τους πει πως κάνουν λάθος, ..., μα κανένας ήχος δεν βγήκε από το παγωμένο του λαρύγγι!
Ο λαιμός του είχε κοκαλώσει και το κεφάλι του αρνιόταν να κάνει οποιαδήποτε κίνηση.
Πριν η αργή περιστροφή τον φέρει αντιμέτωπο με το απόλυτο σκοτάδι, είδε με ανακούφιση τη μεγαλόπρεπη μορφή του άρχοντα Μιχαήλ να ορθώνει με απλωμένα τα χέρια του στην άκρη του ρήγματος, να συγκρατεί τους υπόλοιπους εωσφορικούς αγγέλους από την αναίτια και ανόητη πτώση στο κενό!
Πόσο υπέροχος και φωτεινός φάνταζε ο άρχοντας Μιχαήλ!
Σχεδόν χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη μ' αυτή τη σκέψη, όταν με τρόμο είδε τον Φαίδωνα να προσπαθεί να περάσει κάτω από το χέρι του άρχοντα, θέλοντας να πηδήξει σε τούτο τον άθλιο τόπο.
Φώναξε, φώναξε με όλη του τη δύναμη, μα δεν γνώριζε αν βγήκε φωνή ή έστω ψίθυρος από το λαρύγγι του.
Αυτός, δεν άκουγε κανέναν ήχο!
Αν και ζούσε μία φρίκη, δεν θυμόταν να είχε ποτέ ξανανιώσει τόση ευγνωμοσύνη, όση ένοιωσε όταν είδε τον Αρχάγγελο να συγκρατεί στην άκρη του ρήγματος τον Φαίδωνα!
Μετά το ανόητο πήδημα στο κενό, πρώτη του φορά ένοιωσε ξανά κάτι όμορφο μέσα του!
---- ----
Βάζοντας φρένο στην ηθελημένη πτώση των εωσφορικών αγγέλων, ο άρχοντας στράφηκε αμέσως προς τον Φαίδωνα. Έπρεπε να μάθει, να γνωρίσει από πρώτο χέρι το γιατί συνέβησαν όλα αυτά. Τι, γιατί και πως συνέβη η πτώση στον πρώτο και ωραιότερο άρχοντα, τον Αρχάγγελο Εωσφόρο! Γιατί ο υπέρμετρος ζήλος, η ανεξήγητη προθυμία των αγγέλων του να πηδήξουν σε κείνο το άγνωστο και σκοτεινό άνοιγμα!
Ήταν πρόσφατα όσα τους είπαν πριν από λίγο εκεί ψηλά. Ήταν τώρα κατανοητό γιατί κάλεσαν όλους, εκτός από τον Εωσφόρο. Όσα εκεί άκουσαν, τα έκαναν κιόλας πράξη βοηθώντας όσους έκαναν τις “λαθεμένες ενέργειες”.
Απόρησε όταν τους είχανε μιλήσει για “λαθεμένες ενέργειες” και τώρα κατανοούσε! Ο Άγιος Θεός γνώριζε από πριν το τι θα γίνει! Δεν τους είπαν τι ακολουθεί, ενημέρωσαν μόνον όσα έπρεπε να γνωρίζουν, να βοηθήσουν, όσους πριν από λίγο απέτρεψε από την ολέθρια πτώση!
-Μίλησέ μου Φαίδων, προέτρεψε ο άρχοντας Μιχαήλ τονίζοντας λέξη λέξη την πρόταση, σε παρακαλώ, πες μου τι συμβαίνει, δεν γνωρίζουμε τίποτε και δεν γνωρίζω αν και με ποιον τρόπο μπορούμε να βοηθήσουμε όλους όσους έπεσαν στο κενό!
-Τι να πω; Ρώτησε σαστισμένος ο Φαίδων!
Γύρω τους είχαν τώρα πλησιάσει και άλλοι άρχοντες.
Ο άρχων Μιχαήλ έπιασε τον Φαίδωνα απαλά με τα δυο του χέρια από τους ώμους.
-Τι συνέβη στον διοικητή σας, τι έψαχνε, τι ψάχνατε παντού όλοι σας εδώ και καιρό;
Ο Φαίδων έκανε γνωστή την ιστορία με το εσωτερικό φως του πάλαι ποτέ Εωσφόρου και κατέληξε πως κάθε τους προσπάθεια αναζήτησης απεδείχθη μάταια!
Εξήγησε την απρόσμενη χαρά που ένιωσαν στη θέαση της σκοτεινής οπής. Πίστεψαν όλοι πως ο άρχοντάς τους βρήκε τόπο σκιερό για να λάμψει επιτέλους το δικό του φως!
-Γι αυτό ορμήσαμε όλοι μας μαζί του, θέλαμε να μοιραστούμε τη δική του χαρά, σε ό,τι κιόλας τον είχαμε παροτρύνει να κάνει!
Όλοι τους άκουγαν όσα τους αποκάλυπτε ο Φαίδων, χωρίς να κατανοούν και τον τρόπο που σκέφτονταν ο Εωσφόρος.
-Τι θα τους συμβεί; Ρώτησε με παράπονο και απορία ο Φαίδων.
Ο άρχοντας Μιχαήλ τον κοίταξε για λίγο στα μάτια και ψιθύρισε σχεδόν με απόγνωση:
-Δεν γνωρίζω Φαίδων. Δεν έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο, όλα είναι για μας πρωτόγνωρα!”
Έχουμε όμως στέρεη ελπίδα στον Άγιο Θεό μας, γιατί πριν από λίγο μας μίλησαν για τούτη τη στιγμή, τη μετά την πτώση. Κι αυτό σημαίνει ότι γνώριζε!”
-Εάν γνώριζε κύριε, αν ήταν κακό και άσχημο ό,τι συνέβη, γιατί δεν το απέτρεψε, ρώτησε ο Φαίδων με παράπονο.
Κοίταξε προς το σκοτεινό άνοιγμα και συνέχισε:
-Γιατί δεν κάνει κάτι όσο είναι ακόμη ανοικτή η οπή;
Ο άρχοντας πίεσε απαλά τους ώμους του μικρού αγγέλου, διακόπτοντας τη βιαστική και ίσως αναίτια προσπάθεια ελέγχου ενεργειών και παραλείψεων του Άγιου Θεού τους.
-Μου ζητάς να εξηγήσω το πώς σκέφτεται ο Άγιος Θεός μας;”
Προσπαθώ να βάλω στη σκέψη μου τάξη, να καταλάβω και να ερμηνεύσω σωστά το τι και το γιατί έγιναν όλα όσα έγιναν!”
---- ----
Πόσος χρόνος πέρασε; Αναρωτήθηκε ο Φειδίας.
Πρέπει να πέρασε πολύς χρόνος σκέφτηκε, γιατί όσα βίωνε ήταν επώδυνα και βασανιστικά αργά!
Πόσος χρόνος; αναρωτιόταν συνεχώς!
Πόσος χρόνος πέρασε; Αιώνιος, έλεγε και ξανάλεγε στη σκέψη του, γιατί ο πόνος στο σώμα γινόταν κάθε στιγμή πολλαπλάσιος και ανυπόφορος.
Να μπορούσε να κινηθεί! Να πετάξει ξανά προς τα πάνω, προς το φως!
Το Φως!
Πόσο γλυκύ και όμορφο φάνταζε τώρα στα μάτια του!
Το είχε απλόχερα δικό του, μα δεν γνώριζε τότε πόση ομορφιά, πόση σιγουριά και ασφάλεια έκρυβε μέσα του για όλους!
Και τώρα;
Έβλεπε με την άκρη του ματιού του το φωτεινό άνοιγμα ζωής να λιγοστεύει, να μικραίνει, να απομακρύνεται!
Έκανε προσπάθεια να δει καλύτερα, αλλά όλα ήταν χειρότερα από πριν. Κατάλαβε πως δεν απομακρύνονταν μόνον από το φως, αλλά η φωτεινή σχισμή έκλεινε, ώσπου έγινε φωτεινή κουκκίδα και μετά χάθηκε!
Μετέωρος, αδύναμος να κινηθεί, με πόνο αφόρητο, ανάμεσα σε τόσους πολλούς μα μόνος, βίωνε κάθε τι άσχημο μέσα στο αδιαπέραστο σκοτάδι!
Με οδύνη νοσταλγούσε κιόλας την προηγούμενη του ζωή!
Δεν ήταν σίγουρος αν του έλειπε το Φως ή ήταν το ανεξήγητο άδειασμα που ένιωθε, καθώς το σκοτάδι έκλεβε από μέσα του κάθε ομορφιά που στο Φως είχε βιώσει!
Του στερούσε τη χαρά και πρόσφερε πόνο χωρίς ελπίδα! Αν το γλυκύ Φως ήτανε Όαση, ετούτο το πυκνό σκοτάδι γύρω του, ήταν σίγουρα μια ανυπόφορη κόλαση!
-Άγιε Θεέ, αναρωτήθηκε, είμαι τυφλός ή δεν υπάρχει κάτι να δω; Τουλάχιστον να έμενα στραμμένος προς το Φως, σκέφτηκε.
Όσο υπήρχε επαφή με το φως, έστω από μακριά, ο πόνος, αυτός ο άθλιος και υπερβολικός πόνος ήταν υποφερτός.
-Και τώρα Άγιε Θεέ, μουρμούρισε, τι κάνω σε τούτο το απέραντο μαύρο;
Ο πόνος φάνταζε τώρα λιγότερα σημαντικός, γιατί κάτι χειρότερο τον κυρίευε.
Η απελπισία, η απόγνωση, ένα αίσθημα εγκατάλειψης που γέμιζε με τρόμο όλο του το Είναι!
-Λίγο φως, μια ακτίνα Άγιε Θεέ, μουρμούρισε κι ανοιγόκλεισε τα μάτια μη γνωρίζοντας αν όντως είχε ακόμη την όραση που ήταν περιττή στο σκοτάδι, ή αν έχασε την ικανότητα να βλέπει.
Έκλεισε τα μάτια του όσο μπορούσε ποιο σφικτά και προσπάθησε να φανταστεί το φως. Αυτό το υπέροχο Φως, που ίσως ήταν κοντά και ταυτόχρονα απόμακρο!
Για μια στιγμή έλαμψε στη σκέψη του το φως κι ο πόνος μάλλον γλύκανε. Όσο κι αν θέλησε να κρατήσει μέσα του το Φως, η λάμψη του ξεθώριαζε γρήγορα, όσο γρήγορα ταξίδευε μακριά από το υπαρκτό Φως του Άγιου Θεού του!
-Ας γνώριζα τουλάχιστον το πρόσωπο σου Άγιε Θεέ, σκέφτηκε. Ας σε γνώριζα καλύτερα!
Μη μπορώντας να “δει” φως, ούτε τον Θεό του, στη σκέψη πρόβαλε άξαφνα μορφή αγαπημένη, με πλατύ κι εγκάρδιο χαμόγελο!
Με κόπο κράτησε στη σκέψη του τη μορφή του φίλου του και ένιωσε καλύτερα!
-Φαίδων, αγαπημένε μου φίλε, σε χρειάζομαι!
Η μορφή του Φαίδωνα ξεθώριαζε κι έσβηνε στην οθόνη του νου και ο Φειδίας με προσπάθεια και πείσμα συγκέντρωνε όλες τις δυνάμεις του να την φέρνει ξανά και ξανά στη σκέψη του.
Ήταν ο μόνος τρόπος να στρέψει σε κάτι θετικό τη σκέψη του!
Πριν η απόγνωση κι ο πόνος τον κυριεύσουν απόλυτα, μη έχοντας κάτι άλλο να κρατήσει μέσα του από το Φως, από τον κόσμο που έχανε, φύλαξε όσο μπορούσε τη φωτεινή μορφή του Φαίδωνα, μια ηλιαχτίδα, μια σπίθα ζεστασιάς στη σκέψη του, κι ολόγυρά της μάζεψε όλα του τα κομμάτια!
Κουλουριάστηκε γύρω της, φωνάζοντας συνεχώς το όνομά του.
-Φαίδων, καλέ μου φίλε Φαίδωνα, στάσου μαζί μου, μη με αφήνεις στη σκοτεινή ερημιά του πόνου και της απόγνωσης.”
Φίλε μου Φαίδων, μείνε μαζί μου!”
---- ----
-Φειδία, φώναξε με δύναμη ο Φαίδων και όρμησε στο σημείο που έκλεισε η οπή.
Το μαύρο είχε χαθεί και το φως κάλυψε ξανά το κενό.
Ήταν τόση η ορμή που μόλις και μετά βίας μπόρεσε να τον συγκρατήσει ο άρχοντας Μιχαήλ.
-Τι συμβαίνει; ρώτησε κρατώντας τον σφικτά στην αγκαλιά με τα πελώρια του χέρια.
-Ο Φειδίας πονάει, πονάει πολύ, τον ακούω να φωνάζει και δεν γνωρίζω τι να κάνω, φώναξε με λυγμούς και δάκρυα καυτά αυλάκωναν τα μάγουλα του!
Ο άρχοντας Μιχαήλ αναζήτησε με το βλέμμα κάθε δυνατή βοήθεια από τους άρχοντες που άκουγαν σιωπηλοί κι ανήμποροι.
Ο Φαίδων έσπρωξε απαλά το στήθος του άρχοντα Μιχαήλ και στράφηκε προς το σημείο της πτώσης.
Ο άρχων Ραφαήλ έκανε μια κίνηση για να τον εμποδίσει, αλλά ο άρχων Μιχαήλ τον απέτρεψε με ένα του νεύμα.
Ο Φαίδων έφτασε στο σημείο ρήξης, γονάτισε και φώναζε αργά και με πόνο το όνομα του αγαπημένου του φίλου.
-Φειδία! Φειδία, όπου κι αν είσαι κάνε υπομονή. Δεν ξέρω ακόμα το πώς, αλλά υπόσχομαι πως θα 'ρθω να σε βοηθήσω. Καλέ μου φίλε, ελπίζω να με ακούς!
Ο άρχοντας Μιχαήλ πλησίασε με πλήθος αγγέλων που ήθελαν να δουν, να καταλάβουν όσα περισσότερα μπορούν από τα πρωτοφανή γεγονότα που μόλις βίωσαν.
Ο Φαίδων στράφηκε προς τους άρχοντες.
-Γιατί δεν τους βοήθησε ο Άγιος Θεός; Γιατί τους άφησε να χαθούν στο σκοτάδι; Γιατί δεν τους συγκράτησε; Γιατί; Είπε με παράπονο!
Ο άρχοντας Μιχαήλ γονάτισε δίπλα του. Με τα χέρια του τον κράτησε ξανά απαλά από τους ώμους λέγοντας με σιγανή φωνή:
-Φαίδων, ο Άγιος Θεός μας έδωσε την ελευθερία και τη δυνατότητα της επιλογής. Αν με παρρησία τους είχε μιλήσει πριν κάνουν ότι έκαναν, θα είχε επέμβει, αναιρώντας το δικό Του δώρο, την ελευθερία που πρωτύτερα μας έχει δώσει.”
Όσο βρίσκονταν μετέωροι στη μαύρη οπή, αν τους έδειχνε το τι άσχημο και ψυχοφθόρο θα ακολουθούσε στην πτώση, θα τους είχε αναγκάσει να πάρουν όπως-όπως όποια λύση θα τους είχε προτείνει για να επιστρέψουν πίσω στο Φως.”
Αν έτσι γινότανε Φαίδων, ποια η θέση τους στη δημιουργία;”
Ο Φαίδων έσκυψε το κεφάλι και οι ώμοι του χαλάρωσαν από την απόγνωση που γέμιζε τώρα τη σκέψη του.
-Τότε, συνέχισε ο άρχοντας, η λύση δεν θα ήταν λύτρωση, θα ήταν μόνιμη θέση ντροπής για όσους με αυτό τον τρόπο θα είχαν γυρίσει πίσω!
Ο άρχοντας Μιχαήλ προσπαθούσε να βρει διέξοδο στις σκέψεις που ακολουθούσαν η μία μετά την άλλη, να καταλάβει ο ίδιος, πριν εξηγήσει στον μικρό άγγελο και δίχως να αφήσει τα χέρια του από τους μικρούς του ώμους, συνέχισε.
-Μετά το κάθε ολίσθημα, η επιστροφή στην αρχική κατάσταση γίνεται μόνον με έναν τρόπο, με τη συγνώμη! Μα όσο υπέροχο και λυτρωτικό γίνεται όταν μόνος σου ζητήσεις τη συγνώμη, άλλο τόσο ταπεινωτικό και άσχημο γίνετε όταν άλλοι σου επιβάλλουν να τη ζητήσεις.”
Η μεταμέλεια, η συγνώμη, είναι υπέροχη όσο τη ζητάς και την κάνεις πράξη μόνος σου! Αν την επιβάλλουν, στιγματίζει, σε κάνει υποτελή, δεν έχεις αυτονομία, ούτε κυριαρχικό δικαίωμα, σε αφήνει ακάλυπτο και σημαδεμένο...”
Έσκυψε το κεφάλι και ολοκλήρωσε τη φράση του.
-Είμαι σίγουρος πως ο Άγιος Θεός θέλησε να τους βοηθήσει, αλλά χωρίς να στερήσει τίποτε απ' όσα μας έχει κιόλας προσφέρει. Την απόλυτη ελευθερία και το άγιο Του Φως. Γι αυτό θαρρώ πως καθυστέρησε και δεν έκλεισε αμέσως το ρήγμα.”
Έδωσε χρόνο ν' αναλογιστούν, να συναισθανθούν, πριν δεχθεί ως τελική την τωρινή και σύμφωνα με όσα μου είπες, την απερίσκεπτη απόφαση τους.”
Φαίδωνα, πέρα από την αναζήτηση που ανέφερες, παρατήρησες κάτι διαφορετικό; Κάτι που άλλαξε, κάτι που πρώτη σου φορά είχες δει; ρώτησε ο άρχοντας Γαβριήλ.”
Ο μικρός άγγελος ήταν ακόμη γονατιστός. Σήκωσε το βλέμμα και είπε πως δύο πράγματα έγιναν που μας είχαν παραξενέψει!
-Ίσως να προσέξατε το ένα! Ήταν ο διαφορετικός τρόπος που μας κοιτούσε τελευταία ο άρχοντας Εωσφόρος.
-Δηλαδή; ρώτησε ο άρχων Μιχαήλ.
-Σε αντίθεση με όλους εμάς που κοιτάμε κατάματα τον συνομιλητή μας, ο άρχοντας μας έβλεπε πολλές φορές λοξά, είπε ο Φαίδων κι έδειξε με τη ματιά του το λοξό τρόπο που κοίταζε ο Εωσφόρος.”
Όταν για πρώτη φορά μας κοίταξε λοξά, μας έκανε εντύπωση και είν' αλήθεια πως γελάσαμε και το επαναλάβαμε πολλές φορές. Δεν το δείξαμε όμως σε άλλους αγγέλους.”
Οι άρχοντες κοιτάχτηκαν. Κάτι άγνωστο, ακίνδυνο ίσως αλλά σίγουρα μεταδοτικό, είχε αρχίσει ένα νέο και διαφορετικό τρόπο συμπεριφοράς στον απονήρευτο αγγελικό τους κόσμο.
-Μήπως, ρώτησε διστακτικά ένας άρχοντας κοιτάζοντας το πλήθος των αγγέλων, μήπως πρέπει να συνεχίσουμε αλλού;
Προβληματίστηκαν το πώς να διαχειριστούν τα απόνερα από το τσουνάμι που βίωσαν, φοβούμενοι πως ίσως τα κατάλοιπα του να ήταν χειρότερα απ' όσα κιόλας έγιναν φανερά.
-Όχι, είπε αποφασιστικά ο άρχοντας Μιχαήλ. Ό,τι βιώνουμε ως γνώση, πρέπει να γίνεται κτήμα όλων, να γνωρίζουν όλοι τον τρόπο που θα τους προστατέψει σε κάθε ανάλογη κατάσταση.
Κοίταξε ξανά τον Φαίδωνα και ρώτησε.
-Αν άνοιγε ξανά το ρήγμα, θα πηδούσες πάλι όπως ήθελες πριν από λίγο;
Ο Φαίδων ανασήκωσε πρώτα τη ματιά και μετά το πρόσωπο, κοιτάζοντας τον άρχοντα Μιχαήλ. Τα φρύδια συνοφρύωσαν λίγο καθώς αναζητούσε την απάντηση.
-Μόνον αν με αυτό άρχοντά μου θα μπορούσα να σώσω τον Φειδία! Είπε με σιγανό αλλά αποφασιστικό τόνο.
-Μόνον για τον Φειδία θα το έκανες; ρώτησε κάποιος.
Ο Φαίδων δεν απάντησε κι ο άρχοντας Μιχαήλ συνέχισε.
-Νομίζω πως κανείς δε θα θελήσει να κάνει μια ανόητη πράξη, ακόμη κι ο Φαίδων, όσο τιμητικό κι αν είναι που θέλει να θυσιαστεί για τον φίλο του.”
Δεν ολοκλήρωσες όμως, δεν μας είπες τι ήταν το δεύτερο που συνέβη και σας παραξένεψε;”
-Ήμασταν όλοι με τον άρχοντα σε αναζήτηση σκιάς. Μια στιγμή τον ακούσαμε που αναρωτιόταν γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί κάτι δικό του. Άδικο είναι έλεγε να έχεις ένα πολύτιμο δώρο και να μη μπορείς να το κάνεις να λάμψει δυνατά, γιατί υπήρχε παντού το αιώνιο Φως!
Ο Φαίδων σταμάτησε την αφήγηση, δίστασε.
-Μη διστάζεις Φαίδων, είπε με παρρησία ο άρχοντας Γαβριήλ. Το δύσκολο πρέπει και είναι πριν από την πράξη και όχι όταν αργότερα αναφερόμαστε σε αυτήν!
-Διστάζω άρχοντά μου, γιατί όλα έγιναν γρήγορα, τόσο γρήγορα, που κι εμείς αμφιβάλλαμε αν ήταν πράγματι έτσι τα όσα βιώσαμε.”
Όσο έκανε το παράπονό του για την αδυναμία να κάνει λαμπερό το δικό του φως, όλα γύρω μας έγιναν γκρίζα και σκιερά. Κράτησε ελάχιστα, μια στιγμή μόνο και ξανά έλαμψε το φως. Είχαμε τρομάξει, αλλά, ιεραρχικά δεν μπορούσαμε να το αναφέρουμε πουθενά.”
Ρωτήσαμε άλλους αγγέλους αν έγινε κι αλλού σκιά. Πουθενά όμως δεν είχαν καταλάβει κάτι παρόμοιο.”
-Τίποτε κρυφό λοιπόν, τόνισε τις λέξεις καθώς σηκώθηκε όρθιος ο άρχοντας Μιχαήλ και κοιτάζοντας όλους γύρω του συνέχισε.
-Όλα φανερά σε όλους! Οι άγγελοι θα έχουν στο εξής το ελεύθερο να μιλούν με όλους τους διοικητές για ό,τι τους προβληματίζει.

*12.Πώς έπεσες απ΄ τον ουρανό Εωσφόρε υιέ της αυγής. Συνετρίβεις κατά γης εσύ που καταπατάς όλα τα έθνη 13 Έλεγες από καρδιάς, θέλω να ανέβω στον ουρανό, να υψώσω τον θρόνο πάνω από τα άστρα του θεού, να κάτσω στα βουνά προς τα μέρη του βορρά 14 να ανέβω πάνω από τα ψηλά σύννεφα, να είμαι όμοιος με τον Θεό 15 Τώρα στον Άδη, κατέβηκες τόσο χαμηλά, ίσα με τα θεμέλια της Γης 16 Κι όσοι σε έβλεπαν και σε θαύμαζαν, τώρα λένε, αυτός είναι ο καυχησιάρης που έλεγε πως θα κάνει τη Γη να τρέμει και θα τον τρέμουν οι βασιλείς; Ησαΐα κεφ. 14
12.πως εξέπεσεν εκ του ουρανού ο εωσφόρος ο πρωί ανατέλλων; συνετρίβη εις την γην ο αποστέλλων προς πάντα τα έθνη 13 συ δε είπας εν τη διανοία σου· εις τον ουρανόν αναβήσομαι, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου, καθιώ εν όρει υψηλώ, επί τα όρη τα υψηλά τα προς Βορράν 14 αναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστω 15 νυν δε εις άδην καταβήση και εις τα θεμέλια της γης 16 οι ιδόντες σε θαυμάσονται επί σοι και ερούσιν· ούτος ο άνθρωπος ο παροξύνων την γην, ο σείων βασιλείς; Ησαΐα κεφ. 14



Κοσμογονία - Ημέρα Πρώτη

1.Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη. 2 Η γη ήταν αόρατη, αδιαμόρφωτη στο πυκνό σκοτάδι της αβύσσου και το Πνεύμα του Θεού περνούσε πάνω από τα ύδατα της γης. 3 Και είπε ο Θεός “να γίνει φως γύρω από τη γη” και έγινε φως. 4 Και είδε ο Θεός ότι το φως είναι καλό και το ξεχώρισε από το σκοτάδι. 5 Και ονόμασε ο Θεός το φως Ημέρα και το σκοτάδι ονόμασε Νύκτα. Και έγινε βράδυ και έγινε πρωί η πρώτη ημέρα της δημιουργίας. Γένεσις κεφ 1ο
1.Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην 2 η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος, και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος 3 και είπεν ο Θεός· γενηθήτω φως· και εγένετο φως 4 και είδεν ο Θεός το φως, ότι καλόν· και διεχώρισεν ο Θεός το φως, ότι καλόν· και διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους 5 και εκάλεσεν ο Θεός το φως ημέραν και το σκότος εκάλεσε νύκτα. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ, ημέρα μία. Γένεσις κεφ 1ο

-Είναι φανερό, είπε ο άρχων Μιχαήλ, πως ο Άγιος Θεός υλοποιεί τις επαγγελίες Του και δεν κωφεύει στο δικό μας θέλημα!
Ο Φαίδων ήταν ακόμη γονατιστός και σκεφτικός. Με το “ο Άγιος Θεός δεν κωφεύει στο δικό μας θέλημα...”, η ματιά ζωντάνεψε καθώς μέσα του φούντωνε ελπίδα απροσδόκητη!
Είχε τώρα από κάπου να πιαστεί, να φανεί αντάξιος σε ότι υποσχέθηκε στο φίλο του και η σκέψη αυτή, του έφερε καλή διάθεση σε νου και καρδιά.
-Άρχοντες, είπε, παρακαλώ να μου δώσετε χώρο και χρόνο!
Οι φωνές έπαψαν κι όλοι κοίταξαν απορημένα το μικρό άγγελο.
Ο άρχων Μιχαήλ ρώτησε γιατί.
Ο μικρός άγγελος κοίταξε όλους και είπε με ήρεμη αλλά αποφασιστική φωνή.
-Σεβαστοί άρχοντες, δεν γνωρίζω γιατί ο Άγιος Θεός επέλεξε να μείνω κι φίλος μου να κάνει το πέρασμα από το Φως της ζωής στο σκοτάδι του πόνου!”
Στη σκέψη μου άκουγα για ώρα την κραυγή του κι ο πόνος που ένοιωθε, ήταν και για μένα πόνος βαθύς!”
Δεν τον ακούω πια! Είπε και τα μάτια του βούρκωσαν. Δε γνωρίζω τι κάνει, ούτε πως είναι, ούτε που είναι! Γνωρίζω όμως πως βιώνει πόνο δυνατό κι όσο τον άκουγα να ζητά βοήθεια φωνάζοντας το όνομά μου, υπόσχεση έδωσα πως θα κάνω ότι μπορώ για να τον φέρω πίσω στο Φως.”
Τότε δεν γνώριζα τον τρόπο.”
Τώρα, συνέχισε με φωνή σταθερή, ενώ ανασήκωσε τα δυο χέρια, τώρα γνωρίζω το τι πρέπει να κάνω!”
Γιαυτό σας παρακαλώ, δώστε μου χώρο και χρόνο!”
Έκαναν όλοι τους υπακοή, αποτραβήχτηκαν από τον χώρο ρήξης κι έβλεπαν τον μικρό Φαίδωνα γονατιστό, να σηκώνει το κεφάλι ψηλά προτείνοντας τα δυο του χέρια προς το αιώνιο Φως.
Με βλέμμα προσηλωμένο ψηλά, με τη σκέψη γεμάτη πλήθος εικόνων απ' όσα συνέβησαν, έμεινε για λίγο ακίνητος και σιωπηλός.
Ο τόνος της φωνής του ήταν γαλήνιος και οι λέξεις γέμιζαν το χώρο με θερμή προσευχή. Άρχοντες και άγγελοι γονάτισαν γύρω του. Με σκυμμένο κεφάλι, πρόσφεραν σιωπηλά την δική τους προσευχή προς τον Δημιουργό των όλων.
-Άγιε Θεέ, είπε ο Φαίδων, υπάρχω χάρις την αγάπη Σου σε κόσμο υπέροχο που Εσύ μας δώρισες και ζω με όντα φωτεινά, αγγέλους και άρχοντες που Εσύ δημιούργησες.”
Νόμιζα πως τα δώρα Σου ήταν δικαιωματικά δικά μας, χωρίς κόστος ή κόπο, χωρίς προσπάθεια από εμάς, μόνον για μας.”
Άγιε Θεέ, ποτέ δεν Σου είπα ευχαριστώ για όλα όσα νόμιζα πως δικαιωματικά μου άξιζαν, πως μου ανήκαν, πως ήτανε δικά μου!”
Άγιε Θεέ, από λάθος δικό μας βιώσαμε τον πόνο και χάσαμε φίλους υπέροχους! Τώρα καταλάβαμε το πόσο μας λείπουν, πως τους αγαπάμε και πρώτη φορά νιώσαμε πως τα “δικά” μας ίσως χαθούν, σαν γίνουμε απρόσεκτοι και απερίσκεπτοι.”
Άγιε Θεέ, αγνώμων ήμουν και πριν μάθω να λέω ευχαριστώ, απλώνω τα χέρια μου ικετευτικά να ζητήσω ό,τι κιόλας μας είχες δωρεάν χαρίσει και που τόσο ανόητα χάσαμε.”
Έστω και τώρα, Άγιε Θεέ, σε ευχαριστώ για όσα καταλαβαίνω, για όσα δεν μπορώ να σκεφτώ και που μας τα έχεις κιόλας δωρήσει!”
Νοιώθω ντροπή, μα τι άλλο να κάνω, στέκω γονατιστός με χέρια απλωμένα προς το έλεος Σου και ζητώ τη βοήθεια Σου, γιατί, τώρα γνωρίζω πως όσο κι αν προσπαθώ, από μόνος δεν μπορώ να καταφέρω τίποτε απ΄ όσα κιόλας σου ζητώ.”
Στη σκέψη του πρόβαλε η μορφή του Φειδία και στα μάγουλα του κατηφόριζαν και πάλι δάκρυα που έπεφταν στο φωτεινό χώρο της ρήξης!
-Άγιε Θεέ μου, ξανάπε πολλές φορές ο Φαίδων. Δώσε μας ακόμη μία ευκαιρία. Εάν εμείς τους αγαπάμε, βέβαιο είναι πως Εσύ που δημιουργείς την ζωή, τους έχεις αγαπήσει περισσότερο. Κι εκεί που βρέθηκαν, ένας λυγμός έκοψε για λίγο τη φωνή του, υπάρχει πόνος, σκοτάδι και καθόλου Φως.”
Σε παρακαλώ Άγιε Θεέ μου, σε παρακαλώ, δείξε έλεος για ό,τι πρώτη έγινε φορά και δεν το γνωρίζαμε.”
Οι λέξεις σώπασαν, δίνοντας τη θέση τους στο βουβό κλάμα του Φαίδωνα!
Τότε ακούστηκε φωνή δυνατή:
-Το ρήγμα ανοίγει ξανά!
Όλοι, εκτός από τον Φαίδωνα, πετάχτηκαν όρθιοι.
Ψύχραιμος ο άρχων Μιχαήλ πρόσταξε να μείνουν ακίνητοι στη θέση τους.
Ο Φαίδων ήταν γονατιστός και μόνος στο κέντρο του ρήγματος και με χέρια ακόμα προτεταμένα προς τον Άγιο Θεό, έβλεπε το φως να υποχωρεί κάτω από τα γόνατά του.
Χωρίς να φοβηθεί έμεινε ασάλευτος, βλέποντας το νέο άνοιγμα.
Όλα ήταν τώρα διαφορετικά!
Στο νέο άνοιγμα δεν υπήρχε το απαίσιο και αδηφάγο σκοτάδι. Το “κενό” ήταν τώρα γεμάτο με Φως!
Άρχοντες και άγγελοι πέταξαν γύρω από τον Φαίδωνα κι όλοι μαζί ακολούθησαν μια πορεία καθόδου μέσα σε άπλετο Φως που όλο και βάθυνε!
Στην κάθοδό τους συνάντησαν νέα επίπεδα, πρώτα με φως λευκό αλλά παχυλό, πιο στέρεο, πιο πυκνό!
Σε κάθε νέο επίπεδο υπήρχε ένα ιδιαίτερο χρώμα, σαν Ουράνιο τόξο από το ερυθρό στο πορτοκαλί, στο κίτρινο, στο πράσινο, στο γαλάζιο, στο βαθύ μπλε και στο βιολέ.
Στο δέκατο επίπεδο, το φως ξανάγινε λευκό πηκτό.
Ακολουθούσαν το Φως που αποκάλυπτε χώρους νέους που δεν είχαν συναντήσει όταν επίμονα αναζητούσαν τη σκιά.
Είχαν την αίσθηση πως ο χώρος ήταν νέος δεν ήταν κάπου έξω από το άπειρο που κιόλας γνώριζαν, αλλά, κάτι σαν παρένθεση μέσα στο ήδη γνωστό φωτεινό τους κόσμο.
Όλα ήταν διαφορετικά στο χώρο που πρώτη φορά έβλεπαν.
Το Λευκό δημιουργούσε συνεχώς νέο χώρο!
Δεν σταμάτησε ούτε όταν στο βάθος του άρχισε να σχηματίζεται νέο σκοτεινό ρήγμα που όλο και μεγάλωνε!
Τρόμαξαν!
Εκτός από τον Φαίδωνα που τόσο πολύ ήθελε να φτάσει στο τέρμα, όλοι θορυβήθηκαν και έμειναν πίσω.
Ο άρχοντας τον έπιασε από το μπράτσο, θέλοντας να αποτρέψει την πορεία του προς το νέο σκοτεινό ρήγμα.
Ο Φαίδων έκανε υπακοή, αλλά με ήρεμη φωνή απάντησε δείχνοντας το μαύρο που εμπρός τους όλο και μεγάλωνε.
-Δεν είναι οπή άρχοντα μου, όγκος και μάζα είναι, ύλη είναι και φοβούμαι πως είναι ό,τι απέμεινε από τους δικούς μας αγγέλους που βρέθηκαν στο κενό!
Το λευκό φως συνέχισε να απλώνει έως ότου αγκάλιασε την ασχημάτιστη και σκοτεινή ύλη και εκεί σταμάτησε να δημιουργεί χώρο νέο.
Διστακτικά και με προσοχή πλησίασαν την άμορφη και σκοτεινή ύλη και προσπάθησαν ν' αγγίξουν την επιφάνειά της.
Ήταν κάτι νέο και άγνωστο! Η επιφάνειά του ήταν παγωμένη τόσο, που τα χέρια μούδιαζαν πριν ακόμα την αγγίξουν.
Βλέποντάς την από κοντά, πρόσεξαν πως υπήρχαν μεγάλα τμήματα από πάγο.
Βασανιστικό το ερώτημα, αν ό,τι τώρα έβλεπαν ήταν το απομεινάρι αγαπημένων φίλων που γνώριζαν ως φωτεινούς αγγέλους πριν την πτώση!
Πέταξαν ολόγυρα από την τεράστια σκοτεινή μάζα, με την ελπίδα πως θα έβρισκαν ένα ίχνος, μια ένδειξη για όσους έχασαν και ο Φαίδων κυρίως για τον δικό του φίλο τον Φειδία.
Κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά τι ήταν το παγωμένο και ακανόνιστο μαύρο υλικό αντικείμενο.
Πέρα από το τεράστιο μέγεθός, ήταν στην όψη φοβερό, περισσότερο για αυτούς που είχαν συνηθίσει να βλέπουν μονάχα φως!
Βίωσαν σε ελάχιστο διάστημα πολλά και άγνωστα. Ο πόνος για όσους φίλους έχασαν ήταν ανάμεικτος με απορίες και δέος, καθώς γνώριζαν τώρα την ύπαρξη του κενού και του μαύρου.
Το Θείο Φως, όσο κάλυπτε σφαιρικά τη σκοτεινή και ακανόνιστη ύλη, έκανε φανερή την έντονη αντίθεση που υπήρχε μεταξύ τους. Κατανοούσες τώρα πως το Φως ήταν φιλικό και υπέροχο!
Βλέποντάς μαζί το Φως και το μαύρο, η αντίθεση βοήθησε να κατανοήσουν τη διαφορά στην έννοια της ύπαρξης του φωτός ως Ημέρα και την αποχή του ως Νύκτα.



Ημέρα Δεύτερη.

6. Και είπε ο Θεός· “να γίνει θόλος ουράνιος μεταξύ των υδάτων που καλύπτουν την επιφάνειά της Γης, και τα νέφη που θα αιωρούνται πάνω από την επιφάνεια της Γης, να γίνει διαχωρισμός στα ύδατα της γης και στα ύδατα του ουρανού”. Και έγινε όπως ο Θεός θέλησε 7 Και δημιούργησε ο Θεός τον ουράνιο θόλο διαχωρίζοντας τα ύδατα, όσα ήταν στη γη κάτω από τον ουρανό, και όσα με την υγρή τους μορφή ήταν ψηλά στα νέφη του ουρανού. 8 Και ονόμασε ο Θεός την ατμόσφαιρα Ουρανό. Και είδε ο Θεός ότι το έργον του αυτό ήταν καλό. Και έγινε εσπέρα, έγινε πρωί και έκλεισε η δεύτερη ημέρα της δημιουργίας.
6. Και είπεν ο Θεός· γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος και έστω διαχωρίζον ανά μέσον ύδατος και ύδατος. και εγένετο ούτως 7 και εποίησεν ο Θεός το στερέωμα, και διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον του ύδατος, ο ην υποκάτω του στερεώματος, και αναμέσον του ύδατος του επάνω του στερεώματος 8 και εκάλεσεν ο Θεός το στερέωμα ουρανόν. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν, και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα δευτέρα.

Το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλο τον αγγελικό κόσμο, πως το Φως επανήλθε δεύτερη φορά στην άμορφη και σκοτεινή ύλη.
Άρχοντες και άγγελοι, πέρα από το ενδιαφέρον για όσους έχασαν, γεμάτοι με απορίες αλλά και αγωνία για το πως θα εξελίσσονταν τα γεγονότα, βρέθηκαν και πάλι ολόγυρα από την ασχημάτιστη και σκοτεινή ύλη.
Όσο κι αν αναζήτησαν ενδείξεις για τους πεσμένους αγγέλους σε όλη την επιφάνεια του σκοτεινού όγκου, απεδείχθη μάταιο.
Ήταν αμήχανοι! Έβλεπαν, μα δεν μπορούσαν να κατανοήσουν, ούτε να ερμηνεύσουν σωστά τα τεκταινόμενα!
Ξαφνικά, ένας δυνατός κρότος έσπασε τη σιωπή.
Η σκοτεινή ύλη σείονταν συθέμελα!
Στην επιφάνεια εμφανίστηκε πρώτα μία πελώρια ρωγμή!
Οι εκρήξεις συνεχίστηκαν κι από τα έγκατα της σκοτεινής ύλης τινάζονταν τώρα προς τον ουρανό πύρινες γλώσσες με λάβα, αναγκάζοντάς τους αγγέλους να απομακρυνθούν από την επιφάνεια.
Οι εκρήξεις αύξαναν αριθμητικά και σε ένταση! Οι ποταμοί από λάβα κάλυπταν τώρα μεγάλα τμήματα της επιφάνειας.
Νέες ρωγμές έκαναν συνεχώς την εμφάνιση τους και νέα πύρινα ποτάμια ξεχύνονταν από παντού και η λάβα κάλυψε όλη την επιφάνεια της σκοτεινής ύλης.
Τα μαύρο είχε χαθεί και στη θέση του δέσποζε το θερμό κόκκινο της λάβας, μετατρέποντας τη Γη από σκοτεινή και μαύρη σε κατακόκκινη πυρακτωμένη σφαίρα που μύριζε έντονα θειάφι.
Η καυτή λάβα εξάτμισε κάθε υγρό κι ένας αέρινος θόλος, μια θολή γκρίζα ατμόσφαιρα αγκάλιαζε τώρα όλη τη Γη!
Ο πλανήτης θαρρείς πως ήταν όλος ρευστός!
Η λάβα πίεζε και τινάζονταν προς την επιφάνεια και η βαρύτητα επέστρεφε την πίεση προς το κέντρο της Γης και με τις συνεχείς αναταράξεις, από ακανόνιστη έγινε σφαιρική, με ατμόσφαιρα θολή γεμάτη βρώμικα σύννεφα που αντανακλούσαν τα θερμά χρώματα της λάβας.
Τα πυκνά σύννεφα, με ορμή και εκκωφαντικούς ήχους, συγκρούονταν ακατάπαυστα, δημιουργώντας με τη σειρά τους έντονους κραδασμούς.
Αμέτρητες λάμψεις από αστραπές, αυλακιές πύρινες που ναι μεν φώτιζαν το νεοσύστατο Ουρανό, κτυπούσαν όμως ανελέητα τον πυρακτωμένο όγκο της Γης.
Φορτωμένα με βρώμικο νερό και αμέτρητα σωματίδια, άρχισαν να το επιστρέφουν πίσω στην επιφάνεια της Γης με βροχή δυνατή και αδιάκοπη. Στάλες χοντρές έπεφταν με ορμή στην πυρωμένη της επιφάνεια και η καυτή λάβα τις εξάτμιζε, στέλνοντάς τες ακόμη πιο βρώμικες ψηλά στην ατμόσφαιρα, που συνεχώς μεγάλωνε σε όγκο, σκορπώντας τριγύρω αναθυμιάσεις και δυσοσμίες.
Οι άγγελοι βίωναν πρωτόγνωρα γεγονότα, που απρόβλεπτα μεταλλάσσονταν συνεχώς σε κάτι νέο και άγνωστο.
Η ροή της λάβας έγινε βίαιη! Πίεζε και πιεζόταν από τεκτονικές πλάκες, δημιουργώντας με πληθώρα εκρήξεων ηφαιστειακά βουνά, αναγκάζοντας τον αγγελικό κόσμο να σταθεί για πολύ καιρό σε απόσταση, σιωπηλός μάρτυρας της μεταμόρφωσης ενός νέου κόσμου από σκοτεινό και ασχημάτιστο, σε σφαίρα με βουνά πελώρια, κοιλάδες, χαράδρες και πυκνά σύννεφα στον ακόμη βρόμικο του ουρανό.
Ήταν νέος κόσμος, φτιαγμένος με υλικά που δεν γνώριζαν αν ήταν το κατάλοιπο των φωτεινών αγγέλων, που ως ασχημάτιστη, άμορφη και σκοτεινή ύλη έπεσαν δέκα επίπεδα κάτω απ' το δικό τους φωτεινό κόσμο.
Απ' ό,τι υλικά κι αν ήταν, έβλεπαν τη δημιουργία ενός νέου κόσμου, της Γης!
Το Άγιο Φως που με την παρουσία του ενεργοποιούσε όλες τις αλλαγές που συντελούνταν πάνω στη Γη, που φώτιζε ως Ημέρα την κάθε της διάρκεια, μόλις οι εκρήξεις άρχισαν να λιγοστεύουν, αποσύρθηκε, αναγκάζοντας τον αγγελικό κόσμο να επιστρέψει κι αυτός πίσω στο αιώνιο Φως, γεμάτοι θαυμασμό αλλά και πολλές αναπάντητες απορίες!
Για όλους ήταν ανεξήγητο το γιατί έγιναν και γίνονται όλα αυτά! Δεν μπορούσαν να καταλάβουν το γιατί, η νεοσύστατη Γη έπρεπε να κάνει αυτά τα σκοτεινά διαλείμματα στο Φως και γιατί αφήνονταν στην παγωμένη αγκαλιά της κάθε ενδιάμεσης και κρύας νύκτας!



Ημέρα Τρίτη.

9. Και είπε ο Θεός· “ας συγκεντρωθεί το ύδωρ που καλύπτει τη γη σε ένα μέρος και να φανεί η ξηρά”. Και έτσι έγινε, το ύδωρ της γης μαζεύτηκε σε ένα μέρος και φάνηκε η ξηρά.10 Και ονόμασε ο Θεός την ξηρά, γην, και τη μεγάλη έκταση των υδάτων ονόμασε θάλασσα. Και είδε ο Θεός ότι έγιναν σωστά. 11 Και είπε ο Θεός· “Η γη να βλαστήσει χόρτα και θάμνους όλα με το δικό του σπέρμα και έτσι έγινε”· και ζήτησε ο Θεός· “να φυτρώσουν και να μεγαλώσουν στην γη καρποφόρα ξυλώδη δένδρα, το κάθε ένα με το δικό τους σπέρμα”. 12 Και έβγαλε η γη βλάστηση, και κάθε είδος είχε δικό του σπέρμα για τη διατήρησή του. Και φύτρωσαν και μεγάλωσαν στη γη καρποφόρα δένδρα, το κάθ' έναν με δικό του σπέρμα.13 Ο Θεός έκρινε πως όλα έγιναν σωστά και χρήσιμα. Έγινε βράδυ, έγινε πρωί και συμπληρώθηκε η τρίτη ημέρα της δημιουργίας.
  1. Και είπεν ο Θεός· συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. και εγένετο ούτως. και συνήχθη το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις τας συναγωγάς αυτών, και ώφθη η ξηρά 10 και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν γην και τα συστήματα των υδάτων εκάλεσε θαλάσσας. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν 11 και είπεν ο Θεός· βλαστησάτω η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτώ κατά γένος επί της γης. και εγένετο ούτως 12 και εξήνεγκεν η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτώ κατά γένος επί της γης 13 και είδεν ο Θεός, ότι καλόν. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί, ημέρα τρίτη

Ήθελαν, αλλά ήταν αδύνατον να κατανοήσουν το γιατί συνέβαιναν έτσι τα γεγονότα την κάθε ημέρα δημιουργίας. Απορίες πολλές και τα γεγονότα κυλούσαν υπερβολικά αργά.
Αυθόρμητα στη σκέψη ξεπηδούσαν αμέτρητα γατί;
Κάθε νέα μέρα δημιουργίας, κατέβαιναν γεμάτοι με διάθεση να δουν ό,τι νέο συνέβαινε στη σκοτεινή μάζα, αλλά ο αργός ρυθμός των εξελίξεων τους ανάγκασε ν' αφήνουν ελάχιστους ως παρατηρητές και ο κύριος όγκος του αγγελικού σώματος επέστρεφε στον φωτεινό και αιθέριο κόσμο τους.
Η τρίτη μέρα δημιουργίας, ξεκίνησε κι αυτή με απορίες κι όσο έμεναν παρατηρητές χωρίς συμμετοχή στο μέτρο του δυνατού, η άπρακτη αναμονή γίνονταν εύγλωττη απορία το που θα οδηγήσει ό,τι εξελισσόταν προς άγνωστο τέρμα!
Αμέτρητους αιώνες αργότερα, τότε θα κατανοούσαν το γιατί κυλούσαν όλα τόσο αργά!
Η νέα κάθοδος προς τη Γη τους ξάφνιασε. Η σκοτεινή ύλη ήταν όλη σκεπασμένη με κατάλευκο χρώμα!
Η βροχή επεκράτησε τελικά της λάβας!
Το παγωμένο βράδυ μετατράπηκε σε χιόνι και πάγο στην επιφάνεια της Γης.
Παντού κυριαρχούσε το κρύο!
Η κρούστα της λάβας, είχε άπειρα ραγίσματα από τους δυνατούς σεισμούς που είχαν ταρακουνήσει τη Γη και το νερό που πάγωσε ανάμεσα στις σχισμές, την έσπαγε σε μικρά και μεγάλα κομμάτια!
Το Θεϊκό Φως της τρίτης μέρας ζέστανε την παγωμένη επιφάνεια της Γης και όσο έλιωνε ο πάγος, αποκάλυψε ξανά το μαύρο της Γης.
Αναρίθμητα ρυάκια ενώθηκαν μεταξύ τους σχηματίζοντας ορμητικούς ποταμούς.
Από τις πλαγιές των βουνών τεράστιοι παγετώνες πίεζαν και συνέθλιβαν στο διάβα τους μικρούς και μεγάλους βράχους, σπάζοντας και μετατρέποντάς τους σε άμμο και χώμα!
Τα κύματα σε κάθε ακρογιαλιά, αργά, πολύ αργά είναι η αλήθεια, έσπαζαν σε μικροσκοπικά κομμάτια βράχους και λάβα, απλώνοντας παντού μια νέα και εύπλαστη ύλη από άμμο και χώμα.
Άρχοντες και άγγελοι έβλεπαν τη μετατροπή της σκληρής λάβας σε άμμο και χώμα, χωρίς να κατανοούν τη χρησιμότητα αυτής της μεταστροφής.
Οι απαντήσεις στα τόσα ερωτήματα, έπρεπε να περιμένουν.
Ο Άγιος Θεός, καταλάβαιναν πως ακούει αλλά δεν ήταν σίγουροι αν υπακούει!
Μέσα από ενέργειες και πράξεις έβλεπαν πως δεν απαντά με λόγια, αλλά με έργα κι αν ήθελαν να μάθουν, αν ζητούσαν απαντήσεις, έπρεπε να προσέχουν τα γεγονότα που ακολουθούν, να ερμηνεύουν σωστά, να κατανοήσουν, πως ό,τι ξεκίνησε με τη λάθος επιθυμία του Εωσφόρου, ήταν σίγουρο πως δεν είχε τελειώσει εκεί.
Δεν γνώριζαν πως το τέρμα της αγγελικής πτώσης μεταλλάσσονταν σε ελπίδα, σε αφετηρία, σε δυνατότητα επιλογών με δρόμους που δεν ήταν παράλληλοι, με πορείες εκ διαμέτρου αντίθετες.
Μία καθοδική προς τον ολοκληρωτικό αφανισμό και τον θάνατο όσων επέμεναν σε ότι με λάθος ξεκίνησαν.
Και έναν δρόμο ανόδου, ακατόρθωτου για όσους θαρρούν πως είναι μόνοι και αδύναμοι. Δρόμο υπέροχο, που στο διάβα του θα έβρισκαν φίλους και βοηθούς με γνώση και Σοφία πολύτιμη.
Ο νεοσύστατος κόσμος θα γίνονταν αρένα άθλησης και συνύπαρξης παλαιών και νέων όντων και σε όσους ήθελαν να επιστρέψουν πίσω στο αιώνιο Φως, θα υπήρχε ταξίδι μοναδικό, υπέροχο, με έπαθλο τη μεταστροφή από δημιουργήματα σε κατά χάριν ισάξια παιδιά ενός Άγιου Θεού!
Όλοι γνώρισαν και βίωσαν την έντονη διαφορά που υπήρχε στο σκοτάδι από το ζωογόνο Φως!
Οι φωτεινοί άγγελοι δεν βίωσαν τη φρίκη της απόγνωσης, εκτός από τον Φαίδωνα που ο Άγιος Θεός επέτρεψε να συμπάσχει με τον Φειδία! Έγιναν όμως οι μάρτυρες σε κάτι νέο που πριν κατανοήσουν, ήρθαν κι άλλα, κι άλλα νέα και πρωτόγνωρα γεγονότα που διαδέχονται όσα κιόλας προσπαθούσαν να καταλάβουν!
Ο νέος κόσμος, ήταν τη νέα τρίτη μέρα Δημιουργίας, λουσμένος πάλι με το Άγιο Φως!
Η Γη έμοιαζε να είναι ακόμα ανίσχυρη κάτω από τον ενεργητικό Ουρανό! Την προηγούμενη δεύτερη ημέρα Δημιουργίας, η βροχή, μέσα από αστραπές και κεραυνούς επέστρεφε κάθε της σταγόνα πίσω στη Γη, έως ότου επικράτησε της πυρακτωμένης λάβας.
Το νερό που άφθονο μαζεύτηκε στη Γη, έγινε στη διάρκεια της νύκτας παγετώνας.
Όταν τη νέα τρίτη μέρα επανήλθε το Άγιο Φως, οι παγετώνες έκαναν τη δική τους απαραίτητη προεργασία για τη συνέχιση της Θεϊκής Δημιουργίας.
Οι πάγοι έλιωναν και τα νερά αποτραβήχτηκαν στα βαθύτερα σημεία. Παντού υπήρχε Θάλασσα και ένα τεράστιο ενιαίο κομμάτι Γης, ένα νησί, φάνηκε πάνω από τον Ορίζοντα.
Παγετώνες, ποτάμια κι η αεικίνητη θάλασσα, τεμάχιζαν την απαίδευτη ύλη σε μικρότερα μεγέθη και ο κύκλος του νερού προετοίμαζε το έδαφος, καθώς το μετέτρεπε από άγονη ύλη σε γόνιμο έδαφος.
Κάτι μοναδικά υπέροχο, πρωτόγνωρο, όμορφο, γεμάτο με χρώματα κι ευωδιές, βλάσταινε στην επιφάνεια της ξηράς.
Το κομμάτι της Γης που ορθώθηκε πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, φόρεσε θαρρείς φόρεμα γεμάτο με χρώματα και με την ομορφιά του κάλυψε το άχαρο και απρόσωπο μαύρο!
Πλαγιές και κάμποι ντύθηκαν με το πράσινο!
Ο αγγελικός κόσμος πλησίασε και θαύμασε από κοντά για πρώτη φορά κάτι “ζωντανό”, κάτι που αναπτύσσονταν μόνο του! Τα χρώματα δεν ήταν ακόμη φωτεινά, γιατί η πρώτη ύλη ήταν το μαύρο, διέκριναν όμως τις πρώτες μορφές χλωροφύλλης που έδωσε στον χώρο το δικό της σκούρο πράσινο χρώμα!
Η ομορφιά συνέχισε κι ανάμεσα από τα πράσινα χόρτα ξεπηδούσαν εδώ κι εκεί άνθη με νέα χρώματα και ευωδιές! Ήταν άλλη μια πρωτιά!
Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε διάχυτο και ευχάριστο άρωμα, εξαφανίζοντας την έντονη μυρωδιά από το θειάφι που έως τότε κάλυπτε όλο το χώρο.
Η αναμονή είχε διάρκεια, αλλά άξιζε τον χρόνο τους και την κάθε προσπάθεια μελέτης και καταγραφής των όσων γίνονταν.
Ανάμεσα σε χόρτα και λουλούδια ξεφύτρωσαν θάμνοι κι ανάμεσα τους δέντρα γεμάτα κλαδιά, φιγούρες μοναχικές που ατένιζαν την εξελισσόμενη ομορφιά της Γης!
Επιτέλους, το μαύρο είχε καλυφθεί!
Ήταν απίστευτη η αλλαγή και δεν ήταν η μόνη!
Πριν κατανοήσουν το πως ο Άγιος Θεός χάρισε την ευλογία να γεννοβολά η μαύρη Γη την ομορφιά, από το πουθενά φάνηκαν στην επιφάνεια οι σκιασμένες και ισχνές φιγούρες των πεσμένων αγγέλων.
Ο αγγελικός κόσμος μόνον κατέγραφε ό,τι έβλεπε και βίωνε. Απορούσαν ακόμη, αλλά ήταν γεγονός πως επέτρεψε να έρθει πρώτα η ομορφιά πάνω στη Γη με τα άνθη και τα φυτά και μόλις καλύφτηκε το άχαρο μαύρο με χρώματα και ευωδιές, ανέλπιστα και ξαφνικά έκαναν την εμφάνισή τους οι χαμένοι, οι κάποτε φωτεινοί άγγελοι, τώρα ως σκοτεινοί δαίμονες!
Η καταγραφεί τους αδυνατούσε να περιγράψει το απροσδόκητο; Τη μεταστροφή της αγωνίας σε ό,τι αναζητούσαν με τα συναισθήματα που ένιωσαν όταν το βρήκαν!
Στη μνήμη τους ήταν ακόμα πρόσωπα αγαπητά, φωτεινές οντότητες γεμάτες ζωή και διάθεση και τώρα;
Το να τους βλέπεις μετά την οδυνηρή εμπειρία που βίωσαν στο απόλυτο κενό, προξενούσε αφόρητο πόνο και οδύνη!
Δεν ήταν τόσο το μαύρο που τώρα γέμιζε το Είναι τους, αλλά εκείνο το απλανές, το άδειο και σβησμένο τους βλέμμα.
Ποθούσες να τους δεις και μετά προσπαθούσες να ξεχάσεις το τι είχες μόλις δει!
Ο Φαίδων έτρεξε ανυπόμονα και βιαστικά παντού αναζητώντας τον Φειδία, αλλά μάταια.
Τον προσπέρασε πολλές φορές γιατί ήταν όλοι αγνώριστοι! Άλλοι άγγελοι τον είδαν και έκαναν φανερή τη θέση του.
Με λαχτάρα βρέθηκε κοντά του, του μίλησε, αναζήτησε το βλέμμα του και κάθε τι που θα του έδινε δυνατότητα να έρθει μαζί του σε επαφή, αλλά κάθε προσπάθεια έπεφτε στο κενό.
Ο καλός του φίλος, ήταν εξαντλημένος και σε ασυνείδητη κατάσταση. Η λάμψη ζωής απουσίαζε από τη ματιά του και τα μέλη του ήταν χαλαρά, τόσο, που αμφέβαλες αν μπορούσε να σταθεί στα δυο του πόδια.
Όσο πόνεσε την ώρα της πτώσης και του χαμού, ήταν πόνος ελάχιστος από ό,τι βίωνε βλέποντάς τον τώρα απέναντι του.
Κάθε προσπάθεια επαφής απεδείχθη ακατανόητα μάταιη και κανείς άλλος δεν ήρθε σε επαφή με τους πεσμένους αγγέλους!
Τα ερωτήματα ήταν πολλά και προς κάθε αποδέκτη και οι εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εδώ!
Όσο δυσάρεστα κι αν ένιωσαν βλέποντά τους έτσι, ήταν ελάχιστο και λιγότερο επώδυνο απ' ότι έγινε στη συνέχεια.
Ξαφνικά, θαρρείς πως έδωσε κάποιος το σύνθημα και οι σκοτεινές φιγούρες έπεσαν με μανία πάνω σε κάθε τι όμορφο που πρώτη φορά γεννιόταν από τη μαύρη Γη.
Πρώτα οι τρυφεροί βλαστοί, μετά οι θάμνοι και σε λίγο τα δέντρα, κάθε πράσινο ή πολύχρωμο μικρό ή μεγάλο, έγινε λεία στην καταστροφική τους μανία.
Ο Αγγελικός κόσμος πάγωσε με το μένος και την ένταση της καταστροφής!
Ακατανόητο, αλλά έβλεπαν πως μετά την κάθε καταστροφή ενός βλαστού, οι σκοτεινές φιγούρες έπαιρναν δύναμη!
Η κάθε καταστροφή ήταν η ικανοποίηση σε απελπισμένο αίσθημα πείνας, πρωτόγνωρο κι αυτό, όπως τόσα και τόσα άλλα!
Ανήμποροι να κάνουν οτιδήποτε, έμειναν σιωπηλοί θεατές, έως ότου οι σκοτεινές φιγούρες “χορτάσουν” το αίσθημα αυτοσυντήρησης, που με ορμή τους ωθούσε στην καταστροφική τους δράση.
Η ματιά τους δεν ήταν σβησμένη όπως πριν, ήταν γεμάτη τώρα με ζωντάνια και άγρια λάμψη!
Βλέποντας τους να αποκτούν ξανά τη λάμψη της ζωής μέσα τους, περίμεναν να σταματούσαν την ακατανόητη καταστροφή, αλλά, δεν σταμάτησαν εκεί!
Πέρα από κάθε λογική και αιτία, συνέχισαν να καταστρέφουν με μεγαλύτερη ένταση ό,τι όμορφο ξεφύτρωνε από τη μαύρη Γη!
Η κάθε καταστροφή σε βλαστούς και δέντρα, μάλλον τους έτρεφε, τους έδινε θαρρείς ενέργεια και δύναμη έκδηλα ηδονική κι αυτό το μαρτυρούσαν τα μισόκλειστα εκστατικά μάτια και το μισάνοιχτο τους στόμα.
Οι άγγελοι ένιωθαν άσχημα όλη την ώρα της καταστροφής.
Δεν γνώριζαν πώς να συμπεριφερθούν, πως να αντιδράσουν σε ό,τι δεν κατανοούσαν και οι σκοτεινές φιγούρες ανενόχλητες κατέστρεφαν ό,τι όμορφο είχε δημιουργήσει ο Άγιος Θεός.
Η μανία τους αύξανε σε ένταση! Αν στην αρχή ήταν ίσως μια απαραίτητη και δικαιολογημένη πράξη για τη συντήρησή τους, μετατράπηκε σε πράξη χυδαία, αποτρόπαιη, μια απερίγραπτη κακία που πρώτη φορά αντίκρισαν σε βλέμμα ζωντανού όντος!
Πάγωνες αν έκανες το λάθος να τη δεις κατάματα.
Η έκφραση της υπέρτατης ηδονής ήταν ζωγραφισμένη στα σκοτεινά τους πρόσωπα, αποτέλεσμα επιλογής ενός τρόπου δράσης που δεν είχε σχέση με ότι όμορφο έως τα τότε γνώριζαν.
-Άγιε Θεέ, μουρμούρισε με απόγνωση ο Φαίδων!
Χορτασμένοι από την ηδονή της καταστροφικής απόλαυσης, γεμάτοι με ενέργεια από την ομορφιά που με τόση άνεση αφάνισαν, τριγυρνούσαν πάλι ως σκοτεινές και ζωηρές φιγούρες σε μαύρο και άχαρο τόπο.
Όσο η προσπάθεια επαφής με τα σκοτεινά όντα ήταν αδύνατη, περιορίστηκαν να βλέπουν ως απλοί παρατηρητές από απόσταση στην καταστροφική και ανεξέλεγκτη τους δράση.
Ο Φαίδων πλησίασε ξανά τον Φειδία, ελπίζοντας πως τώρα που απέκτησε ζωντάνια στο σώμα του ίσως ήταν εφικτή η επαφή!
Αλίμονο! Ο καλύτερός του φίλος ακόμα σε άθλια κατάσταση, δίχως βούληση, πέρα από την αναζήτηση φυτών, δέντρων και θάμνων που κατέστρεφε με ακατανόητη και ανεξήγητη ηδονή!
Ο χρόνος κυλούσε τώρα απελπιστικά αργά για την ανάπτυξη των φυτών και απίστευτα γρήγορα για την καταστροφή τους.
Σύντομα θα έφθαναν σε αδιέξοδο!
Η κάθε καταστροφή, έδινε μεγαλύτερη ορμή και ώθηση, να καταστρέφουν σε ίσο χρόνο πολύ περισσότερα απ' ότι πριν.
Ο αγγελικός μη μπορώντας να κάνει κάτι άλλο, περίμενε, με την απορία τι θα έκαναν όταν όλα τελείωναν και τι θα έκανε ο Άγιος Θεός, ο Δημιουργός, που σίγουρα γνώριζε την καταστροφή που συντελούνταν!
Όταν φυτά, θάμνοι και δέντρα καταστράφηκαν, τότε κόπασε και η καταστροφική τους ορμή, πάνω σε Γη που ήταν και πάλι μαύρη χωρίς ζωή και χρώματα από τα φυτά.
Γεμάτοι από ενέργεια, καυγάδιζαν τώρα μεταξύ τους, φώναζαν κι αναρωτιόνταν το πως θα επιβιώσουν σε τόπο που μόνοι τους ξεγύμνωσαν από κάθε βλάστηση.
Η διαφωνία τους γρήγορα στράφηκε προς τον πάλαι ποτέ άρχοντα Εωσφόρο, γιατί δεν προνόησε επιβάλλοντας πειθαρχεία, πριν την ολοσχερή καταστροφή των φυτών!
Πέρασε χρόνος με τριβές, φωνές και έντονες διαφωνίες!
Εκεί που όλα έδειχναν πως έφτασαν σε αδιέξοδο, από τη Γη ξεπρόβαλαν ξανά βλαστοί με φύλλα από τα κατεστραμμένα φυτά.
Προξένησε εντύπωση σε όλους και στους δαίμονες ανέλπιστη χαρά που είχαν και πάλι τροφή για το καταστροφικό τους έργο.
Η αλήθεια είναι πως ήταν τώρα προσεκτικοί. Η γνώση της καταστροφής που είχαν προκαλέσει και η πιθανότητα να βρεθούν με δυσάρεστες εκπλήξεις, έγινε πάθημα κι ως ένα σημείο μάθημα!
Τώρα συσκέπτονταν. Μιλούσαν με ένταση και χειρονομίες, προσπαθώντας να επιβάλουν όλοι τους τη δική τους άποψη.
Η έντονη διαμάχη, επανέφερε σε ρόλο ηγέτη τον πάλαι ποτέ Εωσφόρο, που με δυνατή παρέμβαση επέβαλε τάξη σε ό,τι εξελίσσονταν σε αναρχία. Ανέλαβε ξανά τα ινία της εξουσίας κι η απόφασή του ήταν τώρα στοχευμένη, πέρα από την αναζήτηση τρυφερών βλαστών, αναζητούσαν και κάτι ακόμη.
Το ότι οι βλαστοί επιβίωναν μετά την καταστροφή, τους έδωσε ιδέες και τώρα αναζητούσαν τρόπους παρέμβασης για ταχύτερη βλάστηση.
Οι πρώτες έρευνες της ιδιότυπης αυτής προσπάθειας, έδωσαν γρήγορα το δικό τους καρπό και οι μίζερες σκιασμένες μορφές έσκυβαν με έντονο ενδιαφέρον πάνω από κάθε βλαστό και σπόρο, αναζητώντας νέους τρόπους ανάπτυξης, πριν από την κάθε τους καταστροφή!
Ήταν κατανοητό στους αγγέλους το γιατί δεν επενέβη ο Άγιος Θεός, όταν κατέστρεφαν φυτά και δέντρα. Γνώριζαν πως έδινε τον απαιτούμενο χρόνο, έως ότου τα πλάσματα Του αποκτούσαν τη συναίσθηση των πράξεών τους. Έτσι και τώρα, έδωσε χρόνο να ανακαλύψουν μόνοι τους την ευεργετική πλευρά των δικών Του δώρων.
Αιώνες αργότερα, με ίδιο τρόπο, κάθε ανθρώπινη ψυχή που θα δέχονταν μέσα της σπόρους από τον ζωοποιό Θείο Λόγο, θα βίωνε τη σωτήρια αλλαγή κι από απλή ζώσα ψυχή θα μεταλλάσσονταν σε Πνεύμα κι από ύλη αιθέρια σε αθάνατο Φως!
Όσο ο χρόνος κυλούσε μέσα στο αδιάλειπτο Θείο Φως της τρίτης ημέρας Δημιουργίας, με συνεχή πειράματα και αναζητήσεις, δημιούργησαν άπειρες παραλλαγές σε φυτά και δέντρα κι αφού το μέγεθος είχε γι αυτούς μεγάλη σημασία, τα δέντρα έφταναν τώρα σε ύψος δεκάδων μέτρων, με πλατιά ή λεπτά φύλλα, με μικρούς ή μεγάλους καρπούς.
Ήταν και αστείο να τους βλέπεις να αγωνίζονται με λάθος τρόπο. Γνώριζες πως ό,τι δημιουργικό έκαναν, είχε έναν και μόνο στόχο. Να τα καταστρέψουν και πάλι, αναζητώντας μέσω της καταστροφής την υπέρτατη ηδονή-τροφή .
Ο λάθος προσανατολισμός της ιδιότυπης επιστημονικής έρευνας, ήταν προπομπός και της μελλοντικής επιστήμης των ανθρώπων, όταν η ιδιοτέλεια θα μετατρέπει τα καλά της γνώσης σε αλυσίδες καταπίεσης και εκμετάλλευσης.
Χωρίς να το καταλάβουν, σπούδαζαν βιωματικά, αλλά κυρίως με θέλησή δική τους σε κάτι υπέροχα Θείο! Μέσα από ιδιότυπα πειράματα, γνώριζαν σιγά-σιγά τα όρια που από πριν είχε ο Δημιουργός προβλέψει ως πιθανές αλλαγές σε μεγέθη, σχήματα, μυρωδιές και χρώματα.
Ο Πάλαι ποτέ Εωσφόρος, έχοντας τον πλήρη έλεγχο των δαιμόνων, μοίραζε παντού εντολές και οδηγίες.
Όσο οι άγγελοι δεν γνώριζαν το τι ακολουθεί, με ανάμεικτα συναισθήματα παρακολουθούσαν την περίεργη συμπεριφορά των σκοτεινών αγγέλων. Αδύνατον να καταλάβουν σε βάθος, το γιατί τότε επέτρεπε αυτή την εξέλιξη ο Άγιος Θεός.
Ένιωθαν όμως πως ό,τι κι αν συνέβαινε, όσο περίεργο και τρομερό κι αν ήταν, το κάθε επόμενο γεγονός θα ήταν προς το συμφέρον της δημιουργίας.
Μη μπορώντας να κάνουν κάτι άλλο, για να μη μένουν απλοί παρατηρητές, αναζήτησαν βλαστούς που οι δαίμονες είχαν καταστρέψει, μελέτησαν τη δομή τους, έκαναν λάκκους στη Γη και με ιδιαίτερη φροντίδα τους φύτεψαν ξανά στη Γη, μαζί με όσους σπόρους είχαν βρει!
Όσο προσπαθούσαν να δώσουν ζωή και πάλι στους βλαστούς, συνέβη κάτι υπέροχο, κάτι όμορφο, κάτι που και όταν το γευθείς, παραμένει δύσκολο να το περιγράψεις.
Όσο έδιναν ζωή στους πληγωμένους βλαστούς, ένιωθαν μια “γεύση” ζωής μέσα τους, μια ενέργεια, ένα Φως, μια απαλή και ευχάριστη δύναμη που τους τροφοδοτούσε επωφελώς, που δεν είχε καμία σχέση με τη δύναμη της καταστροφικής ηδονής που οι σκοτεινές μορφές αναζητούσαν!
Γνώρισαν σε βιωματικό επίπεδο πως υπήρχε κι άλλος τρόπος να τραφούν οι δαίμονες. Όχι μόνον μέσω της δυναμικής και καταστροφικής ηδονής, αλλά και μέσω μιας απαλής, φωτεινής και δημιουργικής δουλειάς, μια αλλαγή συμπεριφοράς που στοχεύει επάνω, αρκεί βέβαια να μπορούσαν να ακουστούν.
Τώρα το γνώριζαν πως έπρεπε με κάθε τρόπο να έρθουν σε επαφή με τους σκοτεινούς αγγέλους.
Αν και τώρα γνώριζαν τον τρόπο της σωστής και επωφελούς εργασίας, όσο δεν μπορούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί τους, η κάθε τους προσπάθεια απεδείχθη μάταιη.
Κατέληξαν απλοί παρατηρητές, περιμένοντας την επόμενη κίνηση του Άγιου Θεού, αφού γνώριζαν κιόλας το πόσο σοφά έπραττε το κάθε τι!
Η λύση, αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί λύση, ήρθε μέσα από τις ενέργειες των δαιμόνων.
Γνώριζαν πως η καταστροφή της χλωρίδας δεν ήταν τελεσίδικη και πως η Γη έδινε πάντοτε νέα βλαστάρια. αναζητούσαν όμως και τρόπου μαζικής καταστροφής και απόλαυσης κι αυτό τους άρεσε υπερβολικά ως ιδέα.
Ο Εωσφόρος, ήταν κιόλας εθισμένος στην εικονική φαντασία και με ευκολία αφέθηκε ξανά σε δικές της προτροπές, που τον οδηγούσαν ξανά σε νέο όλεθρο!
Η λύση ήρθε από τη λάβα.
Η φωτιά!
Με φωτιά θα κατέστρεφαν αν ήταν δυνατόν σε μια στιγμή όλη τη βλάστηση, για να απολαύσουν σε απόλυτο μέγεθος την έως τα τότε υπέρτατη ηδονή που αναζητούσαν.
Θλιβερό να βλέπεις όντα που έζησαν μέσα σε Θείο Φως, να προσπαθούν τώρα να κάνουν πράξη μια μαζική και ακατανόητη καταστροφή.
Άκριτα, με σύμβουλο μόνον την εικονική φαντασία που δίνει λαθεμένες πληροφορίες, ξεχύθηκαν σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, κατακαίγοντας και καταστρέφοντας κάθε ομορφιά βλάστησης.
Ένιωσαν υπέροχα, κι αυτό ήταν εξόφθαλμα ορατό στις παραμορφωμένες από ηδονή εκφράσεις τους.
Ο Δημιουργός σίγουρα γνώριζε και με γνώμονα το καλό και ωφέλιμο της Δημιουργίας, μετά τη μαζική καταστροφή του φυτικού βασιλείου, το Άγιο Του Φως αποτραβήχτηκε, αφήνοντάς και πάλι τις σκοτεινές φιγούρες στην οδύνη του μαύρου, εκεί που με κάθε τους ενέργεια έδειχναν πως ήθελαν να βρεθούν ξανά και ξανά!
Η ελπίδα πως η επαφή τους με τη ζωή που υπήρχε στα φυτά, μαζί και η δυνατότητα που τους έδωσε ο Άγιος Θεός να τα μεταλλάσσουν σε κάτι διαφορετικό, δεν ήταν τελικά αρκετή να ξύπνησε μέσα τους τη μνήμη και τη δίψα της επιστροφής στην προγενέστερη τους ζωή.
Δεν μπόρεσαν και δεν ξεπέρασαν την αρνητική φύση των δικών τους επιλογών.
Απέτυχαν!
Βίωναν πάλι το αποτέλεσμα των ανόητων επιλογών τους, μακρυά από τον Δημιουργό και το Άγιο Του Φως, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Ακόμη ένα βράδυ πόνου!
Ίσως η οδύνη της νύκτας βοηθούσε να θυμηθούν, όσα δεν διέκριναν μέσα στο Θείο Φως της Τρίτης Ημέρας!



Ο Αλέξανδρος

Ο Βουκεφάλας κάλπαζε για ώρα πολύ.
Πόσο αγάπησε ετούτο το μαύρο και πανέμορφο άλογο. Το γιομάτο μύες, περήφανο, ακράτητο σε ορμή, που ακούραστα έτρεχε ίσα με τον άνεμο.
Όσο κι αν φώναζε ο βασιλιάς Φίλιππος να είναι προσεκτικός, ο Αλέξανδρος, αν και σέβονταν τον πατέρα του και έκανε υπακοή στο θέλημα του, στη σχέση του με τον Βουκεφάλα ήταν αμετάπειστος.
Είχε μόλις τελειώσει ένα τριήμερο με νηφάλια σπονδή (προσφορά στους θεούς άνευ οίνου) με παρακλήσεις στους Ολύμπιους να φωτίσουν το δικό του δρόμο.
Αγαπούσε και τους δασκάλους του, αλλά με τούτο το άτι, όλα ήταν διαφορετικά, ένιωθε πως του έδινε όσα η φυσική του κατάσταση δεν του επέτρεπε.
Πετούσε!
Όσο ο Βουκεφάλας κάλπαζε με ορμή, είχε αυτή την υπέροχη αίσθηση πως πετούσε κι ας μην είχε φτερά στην πλάτη του.
Ντυμένος με λινό λευκό χιτώνα, ζωσμένος με το σπαθί στη μέση και σανδάλια ανάλαφρα στα πόδια του, ένιωθε τον μανδύα του να ανεμίζει με αντίθετη φορά, καθώς το άτι ξεχύνονταν στον μεγάλο κάμπο.
Ένα βαθύ χαντάκι τους ξάφνιασε και λίγο έλειψε να πετάξει αληθινά στο απότομο σταμάτημα του Βουκεφάλα. Αγκάλιασε το δυνατό λαιμό του ζώου, φωνάζοντας το όνομα του Δία και τα ρουθούνια του γέμισαν από τη μυρωδιά του κόπου και του ιδρώτα του Βουκεφάλα, που αγόγγυστα έτρεχε να ευχαριστήσει τον νεαρό του καβαλάρη.
Εμπρός τους υψωνόταν ο όγκος του Πάικο και η δίψα θύμισε στον Αλέξανδρο την πηγή που ανάβλυζε με δροσερό νερό στους πρόποδες του, ανάμεσα σε δέντρα και θάμνους.
Τράβηξε ελαφρά τα γκέμια του ζώου για να ανακόψει την ορμή του. Χάιδεψε τον ιδρωμένο του λαιμό και σαν βρέθηκε στο έδαφος στάθηκε απέναντι και τον αγκάλιασε με ευγνωμοσύνη για την όμορφη εμπειρία που μόλις του είχε χαρίσει και τον φίλησε στο μέτωπο.
Κρατώντας τα γκέμια, αναζήτησαν μαζί την πηγή.
Ο Φαέθων με τα χρυσά του άτια (ο θεός Ήλιος με το άρμα και τα άλογά του) είχε πάρει τον κατήφορο για τη δύση και ο χρόνος πίεζε κιόλας τον Αλέξανδρο, αν ήθελε να επιστρέψει πίσω όσο είχε ακόμη φως.
Βλέποντας την πηγή, ο Αλέξανδρος έσκυψε βιαστικά να πιει νερό, όταν άκουσε τη φωνή!
-Είσαι γεωργός, ή πριγκιπόπουλο; Με μπέρδεψαν τα ρούχα! Είναι βασιλικά, μα το φέρσιμο αυτού που τα φορά μαρτυρά χωριάτη!
Ο Αλέξανδρος χωρίς να πιει, ανασηκώθηκε και στράφηκε προς τη φωνή.
Στη σκιά των δέντρων διέκρινε μια λεπτή φιγούρα, καλυμμένη με λινή ολόσωμη κάπα σε χρώματα της ώχρας. Το πρόσωπό του αγνώστου δεν φαίνονταν, μα τα λευκά γένια πρόδιδαν πως ήταν σεβάσμιος γέροντας.
Η θέαση της λευκής γενειάδας έκοψε την οργή που μέσα του ένιωσε ο Αλέξανδρος να φουντώνει για την αυθάδεια του αγνώστου.
-Τί από τα δύο γέροντα θα ήθελες να ήμουν; Ρώτησε με διάθεση να προκαλέσει τον άγνωστο σε συζήτηση.
-Τί εγώ αναζητώ, δύσκολο να μου το δώσεις νεαρέ πρίγκιπα των Μακεδόνων. Τα πολύτιμα χαρίσματα δεν ακολουθούν κληρονομιές, αυτά, τα αποκτούμε μόνοι μας!
Τα λόγια του γέροντα κέντρισαν το ενδιαφέρον και την προσοχή του Αλέξανδρου. Η δίψα για μάθηση και γνώση ήταν μόνιμη κι εμπρός του έβλεπε τώρα πηγή πλούσια, πνευματική και θέλησε να γευτεί απ' τη δική της τη σοφία.
-Νιώθω πως έχεις μέσα σου σοφία γέροντα. Πες μου, τι στο δικό μου φέρσιμό αποκάλυψε τον χωριάτη, κάτω από τα βασιλικά ρούχα;
Ο γέροντας πλησίασε, ανασήκωσε την κουκούλα και φάνηκαν χαρακτηριστικά ευγενικά με μαλλιά και γένια λευκά.
-Ζηλευτό και περήφανο το άλογό σου πρίγκηπα μου. Το αγαπάς! Συνέχισε και με το χέρι χάιδεψε το μέτωπο του αλόγου. Ο Βουκεφάλας κουράστηκε να σ' ευχαριστήσει, μα στην πηγή, εσύ θέλησες πρώτος να ξεδιψάσεις άρχοντά μου!
Η σεβάσμια μορφή και η σοφία των λόγων του, έκαναν τον Αλέξανδρο να αναρωτηθεί, αν ήταν ο γέροντας Ολύμπιος θεός, η απάντηση όσων κιόλας ζήτησαν με την τριήμερη σπονδή.
Αναγνωρίζοντας το λάθος του, έκανε υπακοή και σιωπηλός οδήγησε τον Βουκεφάλα στην πηγή και μετά τον άφησε ελεύθερο ανάμεσα στα δέντρα.
Πλησίασε ξανά τον γέροντα και με τόλμη ρώτησε.
-Είσαι θεός ή θνητός; Ποιο είναι το όνομά σου;
-Δεν είμαι θεός Αλέξανδρε, απάντησε ο γέροντας. Το όνομά μου είναι Φειδίας.
Ακολούθησε μικρή σιωπή κι ο γέροντας συμπλήρωσε:
-Δεν είμαι όμως ούτε άνθρωπος! Και κατέληξε, ούτε θεός, ούτε άνθρωπος!
Ο Αλέξανδρος σάστισε, μα προσπέρασε γρήγορα τον δισταγμό.
-Γιατί βρέθηκες στο διάβα μου; ρώτησε με δίψα να μάθει!
Ο Φειδίας τον κοίταξε προσεκτικά και τον ζύγιαζε με το βλέμμα.
-Αλέξανδρε, είσαι πρίγκιπας κι ο αυριανός βασιλιάς των Μακεδόνων. Έχεις εμπρός σου πορεία λαμπρή κι αν κι θελήσεις, εάν αγαπήσεις την ευκαιρία που θα σου δοθεί, θα γνωρίσεις ημέρες δόξας που θα μείνουν ανεξίτηλες στους αιώνες.”
Πριν αλλάξει η ιστορία τους ανθρώπους, χρειάζονται άνθρωποι με τόλμη, με θάρρος και αγάπη, πολύ αγάπη, για να αλλάξουν αυτοί πρώτα την ιστορία”
Και κατέληξε:
-Υπάρχουν στιγμές που η ιστορία μας χρειάζεται Αλέξανδρε, για να αλλάξει τη δική της πορεία προς ένα καλύτερο μέλλον.
Σώπασε, αφήνοντας χρόνο να συλλογιστεί ο νεαρός πρίγκιπας τα όσα του είχε πει.
Ο Αλέξανδρος, αμίλητος έκατσε στον διπλανό βράχο κοιτώντας με ανάμεικτα συναισθήματα τον συνομιλητή του.
-Αλέξανδρε, είσαι ό,τι καλύτερο ετούτη τη χρονική συγκυρία και είναι αλήθεια πως περιμένουμε πολλά από τη δική σου Βασιλεία!”
Αν συμφωνήσεις, θα σου αποκαλύψω όλα όσα θελήσεις να μάθεις. Δεν θα σου κρύψω τίποτε, κατέληξε ο Φειδίας.”
Ελπίζουμε γιε του Φιλίππου να κάνεις ό,τι για αιώνες περιμένουμε από τους ανθρώπους να πράξουν! Είμαι μαζί σου, γατί τώρα οι συνθήκες είναι κατάλληλες να γίνει κάτι πραγματικά καλό για την ανθρωπότητα!”
Ο Αλέξανδρος ήταν έξυπνος, πολυμαθής και γνώστης πολλών άθλων που οι ήρωες του είχανε κάνει, αλλά, όσα τώρα άκουγε, δημιουργούσαν πολλά και δύσκολα ερωτήματα.
-Σεβάσμιε γέροντα, ωραία όσα μου λες και είναι σύμφωνα με όσα ονειρεύομαι να κάνω όταν μεγαλώσω. Μήπως μου τα λες γιατί γνωρίζεις πως αυτά διψούν τα αυτιά μου να ακούσουν; Δεν γνωρίζω καν αν θα είμαι ο επόμενος βασιλιάς των Μακεδόνων!
Ο Φειδίας τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.
-Αυτό που ρωτώ, είναι τι θα κάνεις όταν γίνεις ο βασιλιάς των Μακεδόνων; Θα γνοιαστείς για τον εαυτό σου ή θα παλέψεις να φέρεις παντού το φως, ακόμη κι εκεί που τώρα υπάρχει μόνον σκοτάδι;
Ο Αλέξανδρος, έφηβος δεκαεννιά χρόνων, νιώθοντας το βάρος των λόγων του Φειδία πάνω στους ώμους του, δίστασε πριν απαντήσει.
-Πως μπορώ να πω το τι θα κάνω αργότερα, όσο ακόμη είμαι έφηβος; αναρωτήθηκε.
-Μου αρκεί η πρόθεση Αλέξανδρε. Όλοι οι μεγάλοι ήρωες που θαυμάζεις και αγαπάς, αυτοί που συντροφεύουν τα όνειρά σου, όλοι τους έκαναν πρώτα την επιλογή και κανείς, μα κανείς τους δεν πάλεψε μόνος σε αυτόν τον τιτάνιο αγώνα ενάντια στο σκοτάδι. Όλοι τους είχαν βοηθούς από όντα όπως εγώ!”
Κι εμείς κάποια στιγμή της ύπαρξής μας, επιλέξαμε Αλέξανδρε, να είμαστε μαζί με το φως! Όλοι μαχητές είμαστε!”
Ο δρόμος που προτρέπω να ακολουθήσεις είναι γεμάτος με δόξα, μα δεν είναι εύκολος. Εμείς μαχόμαστε για το φως, αλλά έχει μαχητές βίαιους, που παλεύουν λυσσαλέα ενάντια στο Φως.”
Γνωρίζεις πως τα καλά κόποις κτώνται, γι' αυτό πρέπει πρώτα να κάνεις την επιλογή, για να έχεις και τη δική μας βοήθεια στο δύσκολο έργο που θα αναλάβεις”
Ο Αλέξανδρος ήταν επιφυλακτικός, αλλά ήθελε να ακούσει, να καταλάβει τι του ζητούσε ο άγνωστος γέροντας.
-Που είναι το σκοτάδι; ρώτησε. Στη Θήβα, στην Αθήνα, στη Σπάρτη;
Ο Φειδίας ανασήκωσε το πρόσωπό του. Τον κοίταξε μια στιγμή και μετά σήκωσε το ραβδί του δείχνοντας προς την ανατολή.
-Εκεί είπε. Εκεί που κάθε μέρα ανατέλλει ο Ήλιος, υπάρχει με-γάλο κενό από το υπέροχο του φως. Εκεί πρέπει να οδηγήσεις ξανά το φως.”
Όσο για τις πόλεις των Ελλήνων, η φυλή σας Αλέξανδρε, όλων των Ελλήνων, έχει μόνον Φως κι αν ενωθεί, αν εσύ θελήσεις να την ενώσεις κάτω από τη δική σου βασιλεία, αν αυτό γίνει στέρεη επιλογή σου, τότε θα τους οδηγήσεις με φως, εκεί που τώρα βασιλεύει ακόμα το σκοτάδι!”
Εάν χρειάζεσαι χρόνο να σκεφτείς, συμπλήρωσε, μη βιαστείς να απαντήσεις ...”
Ο Αλέξανδρος πετάχτηκε όρθιος και με έξαψη σχεδόν φώναξε.
-Μου λες να αλλάξω τον κόσμο, να μοιάσω τους ήρωες που αγαπώ, να φωτίσω εκεί που υπάρχει σκοτάδι και μου προτείνεις να σκεφτώ, να αναβάλω μια τέτοια απόφαση για αύριο;”
Δε φοβάμαι τις δυσκολίες Φειδία, αν αυτές με οδηγήσουν ψηλά, εκεί στον κόσμο των ηρώων. Πιο πολύ με τρομάζει που δε γνωρίζω το πως και τι πρέπει να κάνω.”
Μου λες πως δεν είσαι άνθρωπος, μήτε θεός κι όταν μιλάς, αναφέρεσαι και σε άλλους. Δεν είσαι μόνος;”
Πως μου ζητάς να αποδεχτώ μια τόσο σπουδαία απόφαση, χωρίς πρώτα να γνωρίζω τι είσαι;”
Αποκαλύψου γέροντα, αποκαλύψου πριν να δέσω τη μοίρα της ζωής μου μαζί σου. Αποκαλύψου να σε δω στην αρχική σου μορφή!”
Ο Φειδίας, βλέποντας την αντίδραση του νεαρού πρίγκιπα και κάνοντας υπακοή, ακούμπησε το ξύλινο ραβδί στο βράχο κι αφού σηκώθηκε όρθιος, ο λινός χιτώνας που κάλυπτε το σώμα του χάθηκε κι εμπρός στα έκπληκτα μάτια του Αλέξανδρου μετατράπηκε από σεβάσμιο γέροντα σε ον γεμάτο φως, έναν μεγαλόπρεπο φτερωτό άγγελο φωτός!
Ο Αλέξανδρος εκστασιάστηκε. Νόμισε πως θα έπεφτε προς τα πίσω και με κόπο συγκρατήθηκε στη θέση του.
Όσα άκουσε και γνώριζε για τους θεούς του Ολύμπου ήταν φτωχά, εμπρός σε τούτο το φωτεινό και φτερωτό ον που ορθώνονταν εμπρός του!
Δεν είχε ποτές του ακούσει, ή διαβάσει για κάτι παρόμοιο!
Θέλησε να δείξει σεβασμό κλίνοντας το γόνυ εμπρός του, μα ο Φειδίας τον κράτησε από τον ώμο εμποδίζοντας τον.
-Πρόσεχε τι πας να κάνεις, είπε, καθώς έπαιρνε την αρχική μορφή του γέροντα. Σου είπα πως δεν είμαι Θεός, άγγελος είμαι, δημιούργημα Θεού όπως κι εσύ!
Ο Αλέξανδρος, κατάλαβε πως ήταν ώρα δυνατών αποφάσεων, μοναδικό ραντεβού με την ιστορία και μη γνωρίζοντας το πώς έπρεπε να φερθεί, σηκώθηκε όρθιος και είπε.
-Στα λιγοστά χρόνια της εφηβείας μου Φειδία, όσο μου έδιναν οι δάσκαλοι τη γνώση, ο σεβαστός δάσκαλος μου Λεωνίδας μου έμαθε την εγκράτεια και τον λιτό τρόπος ζωής.”
Αργότερα, ο δάσκαλός μου Λυσίμαχος μου δίδαξε την αγάπη για τις τέχνες, μου έκανε γνωστά τα ανδραγαθήματα των ηρώων που αγαπώ από τα Ομηρικά έπη και ο εξαίρετος Αριστοτέλης μου δίδαξε Φιλοσοφία, Ηθική, Πολιτική και Ιατρική! Κι αν στον Πατέρα μου χρωστώ το Ζην, σ΄ αυτούς Φειδία, χρωστώ το Ευ Ζην.”
Είμαι νέος, μα στα λιγοστά χρόνια της εφηβείας μου, το όνειρό μου είναι να γίνω ατρόμητος σαν τον Αχιλλέα, πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα και ποιητής όπως ο Όμηρος. Θαρρώ πως οι θεοί, ή όπως εσύ μου λες, ο Ένας Θεός, αποδέχτηκε την επιθυμία μου και μου χαρίζει τώρα τιμητική ευκαιρία να κάνω κάτι χρήσιμο για τους ανθρώπους!”
Έφερε τα βήματα μου εμπρός σου, και τώρα, σε παρακαλώ, μη μου ζητάς να αναβάλω την απόφασή μου για αύριο. Δεν ξέρω αν είναι βιαστικό ή ανόητο, αλλά το νοιώθω πως αύριο και μεθαύριο και κάθε ημέρα της ζωής μου, ίδια απάντηση με σήμερα θα σου δώσω.”
Δίδαξε με Φειδία! Είσαι ον γεμάτο με φως, δίδαξε με τι πρέπει να κάνω!”
Ο Φειδίας φανερά συγκινημένος, πλησίασε κι αγκάλιασε τον νεαρό πρίγκιπα.
-Ήμουν βέβαιος πως αυτόν τον δρόμο θα επέλεγες, δρόμο των ελεύθερων ανθρώπων. Τώρα δεν γνωρίζεις γιατί, αλλά με όσα θα σου αποκαλύψω Αλέξανδρε, θα καταλάβεις πως η φυλή των Ελλήνων είναι το μοναδικό σύμβολο αυτής της ελευθερίας.”
Ο ήλιος είχε κιόλας κρυφτεί πίσω από τον όγκο του βουνού.
-Αλέξανδρε, Αλέξανδρε, ακούστηκαν νεανικές φωνές που αναζητούσαν το πριγκιπόπουλο.
- Ο Ηφαιστίων είναι, είπε ο Αλέξανδρος, ο καλός μου φίλος κι έτρεξε φωνάζοντας τον προς το ξέφωτο.
Ο Ηφαιστίων με έναν νεαρό καβαλάρη τον αναζητούσαν. Είχε αργήσει και στο παλάτι ήταν όλοι τους ανήσυχοι.
Πλησίασαν κι αφού μίλησαν για λίγο, ο Αλέξανδρος ζήτησε να μείνει μαζί τους ο Ηφαιστίων.
Ο Φειδίας που γνώριζε τη δυνατή φιλία των δύο αγοριών, έγνεψε καταφατικά κι αφού κράτησαν χιτώνες για το βράδυ έστειλαν τον τρίτο της παρέας πίσω για να καθησυχάσει τα ανάκτορα.
Αναζήτησαν τόπο, άναψαν φωτιά και κάθισαν ολόγυρα της.
Όσο η νύκτα άπλωνε το βαθύ της σκοτάδι, οι έφηβοι λούζονταν με φως άγνωστης και υπέροχης γνώσης, βαθιάς, γεμάτη αλήθειες για όσα δεν γνώριζαν, για όσα γνώριζαν και απορούσαν, για το χθες, το σήμερα και κυρίως για το αύριο που θα πορεύονταν μαζί σε αγώνα τιτάνιο ενάντια σε κάθε τι σκοτεινό.







ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΟΣΜΟΓΩΝΙΑ – Η ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ
Ημέρα Τέταρτη.

14. Και είπε ο Θεός· “ας γίνουν ορατοί στον ουρανό της γης αστέρες φωτεινοί, να φωτίζουν τη Γη και να χωρίζουν την μέραν από την νύκτα. Να είναι σημεία μετεωρολογικών και άλλων φαινομένων, να χρησιμεύουν στη μεταβολή και διάκριση των εποχών του έτους, ημερών και ετών. 15 Να είναι στον ουρανό για να φωτίζουν την γη”. Και έγινε όπως ο Θεός θέλησε. 16 Και ο Θεός δημιούργησε δύο μεγάλα φωτεινά ουράνια σώματα, το μεγάλο αστέρι τον ήλιο να φωτίζει την ημέρα και το μικρότερο την σελήνη, να δίνει φως τη νύκτα. Μαζί και τα αστέρια στον ουρανό. 17 Τα τοποθέτησε ο Θεός στο ουράνιο στερέωμα, να φωτίζουν τη γη 18 να έχουν εξουσία στην ημέρα και την νύκτα, να ξεχωρίζουν το φως από το σκοτάδι. Και είδε ο Θεός, ότι έγιναν σωστά 19 Έγινε βράδυ, έγινε πρωί και συμπληρώθηκε η τετάρτη ημέρα της δημιουργίας.
14. Και είπεν ο Θεός· γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης, του διαχωρίζειν ανά μέσον της ημέρας και ανά μέσον της νυκτός· και έστωσαν εις σημεία και εις καιρούς και εις ημέρας και εις ενιαυτούς· 15 και έστωσαν εις φαύσιν εν τω στερεώματι του ουρανού, ώστε φαίνειν επί της γης. και εγένετο ούτως 16 και εποίησεν ο Θεός τους δύο φωστήρας τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μέγαν εις αρχάς της ημέρας και τον φωστήρα τον ελάσσω εις αρχάς της νυκτός, και τους αστέρας 17 και έθετο αυτούς ο Θεός εν τω στερεώματι του ουρανού, ώστε φαίνειν επί της γης 18 και άρχειν της ημέρας και της νυκτός και διαχωρίζειν ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν 19 και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα τετάρτη.

Οι άγγελοι είχαν γεύση πικρίας, από τη μανία των δαιμόνων που με φωτιά κατέστρεφαν ό,τι όμορφο δημιούργησε ο Άγιος Θεός, χάριν μιας εφήμερης ηδονικής τροφής και απόλαυσης!
Με το άγγελμα της τέταρτης ημέρας Δημιουργίας, ήρθαν και νέα δεδομένα που ξάφνιαζαν και πάλι τον αγγελικό κόσμο!
Αν και είχαν συνηθίσει το συνεχές άγνωστο που μέσα του είχε κάθε ανατρεπτικά καινούριο, η συνεχής επανάληψη με νεότερα γεγονότα, βοηθούσε, μάθαιναν τον τρόπο που ενεργεί ο Άγιος Θεός τους.
Το αρχικό ξάφνιασμα ήταν στην κάθοδο τους προς τη Γήινη σφαίρα. Το λευκό που όριζε με όρια τη διαδρομή της καθόδου προς τη Γη, έλειπε! Τα σύνορα του υλικού κόσμου ήταν τώρα απέραντα, όπως ήταν και στον ουράνιο φωτεινό τους κόσμο!
Από μακριά ήταν ορατό το υπέροχο και μοναδικό γαλάζιο κόσμημα, η Γη, πανέμορφη και εύθραυστη στην απεραντοσύνη ενός μαύρου, διάχυτα φωτεινού, που δεν είχε τίποτε από όσα οδυνηρά έκρυβε μέσα του το μαύρο της ρήξης!
Όταν έφθασαν στην Γη, αντίκρισαν τους δαίμονες να σέρνονται ξανά εξαντλημένοι στην επιφάνεια της Γης.
Αφού κατέστρεψαν ό,τι καλό και όμορφο είχε δημιουργήσει ο Άγιος Θεός με τη φωτιά, την προηγούμενη μέρα της Δημιουργίας, βίωσαν ξανά έναν παρατεταμένο ψυχρό και οδυνηρό βράδυ, χωρίς θαλπωρή και τροφή!
Καθώς επανήλθε το Άγιο Φως, την τέταρτη μέρας Δημιουργίας, οι βλαστοί άρχισαν να ξεφυτρώνουν και πάλι πάνω στη Γη!
Περίεργο ίσως, αλλά οι σκοτεινές φιγούρες δεν τους κατέστρεφαν τώρα, τουλάχιστον όχι όπως την προηγούμενη μέρα.
Είχανε πάρει για δεύτερη φορά το ίδιο μάθημά, γνώριζαν πως οι πράξεις έχουν συνέπειες και ήταν οδυνηρές!
Όλα τώρα γίνονταν κυρίως με τάξη και λίγη αταξία, αλλά, άσχετα αν ο τελικός προσανατολισμός ήταν η φθορά υπέρ της ηδονικής τροφής, κυριαρχούσε πρώτα η φρόνηση και ο έλεγχος.
Οι άγγελοι, έχοντας τη στέρεη τη γνώση της ορθής πράξης, φύτευαν τους κατεστραμμένους βλαστούς και βίωναν την ανάλογη, ανεπαίσθητη, φωτεινή και επωφελή αμοιβή.
Ο Φαίδων αναζήτησε τον φίλο του. Τον βρήκε σε κατάσταση εξάντλησης και ασυναίσθητα τον αγκάλιασε, μεταφέροντας ζεστασιά από το σώμα του στο παγωμένο κορμί του Φειδία.
Έμειναν για λίγη ώρα αγκαλιασμένοι και ακίνητοι.
Ο άρχοντας Μιχαήλ παρατηρούσε διακριτικά, έχοντας την πεποίθηση πως κάτι καλό θα προέκυπτε από τη δυνατή τους φιλία.
Ο Φειδίας αφέθηκε χωρίς αντίρρηση στο ζεστό αγκάλιασμα του Φαίδωνα, ανταποκρίθηκε θετικά και ξάφνιασε όλους ευχάριστα με τη νέα του συμπεριφορά!
Γνωρίζοντας την επωφελή θετική ενέργεια που βίωσαν με τη επαναφύτευση των πληγωμένων φυτών, μια φωτεινή σκέψη έδωσε στον Φαίδωνα ελπίδα για το πως να βοηθήσει τον φίλο του και ζήτησε βοήθεια από τον άρχοντα Μιχαήλ.
Αναζήτησαν τρυφερό βλαστό που είχε ποδοπατηθεί και με λίγο χώμα στη ρίζα το έβαλαν μέσα στις παλάμες του Φειδία.
Κρατώντας τα αδύναμα του χέρια, βοήθησαν να πραγματοποιήσει το πρώτο φύτεμα ενός βλαστού. Μια πράξη ενάντια στη φθορά, ένα βήμα προς το Φως, προς τη ζωή!
Ο Φειδίας ήταν εξαντλημένος, σχεδόν σε λήθαργο αλλά δεν έφερε αντίσταση, ούτε προσπάθησε να καταστρέψει τον τρυφερό βλαστό.
Το γεγονός έδωσε μεγάλη χαρά και ελπίδα ζωντανή στον Φαίδωνα κι ο άρχων Μιχαήλ ζήτησε από τους αγγέλους να φέρουν κι άλλους κακοποιημένους βλαστούς.
Τους φύτεψαν όλους στη Γη, τοποθετώντας τους πρώτα μέσα στις αδύναμες παλάμες του Φαίδωνα.
Οι κινήσεις με την επανάληψη έγιναν ρουτίνα και η προσοχή όλων ήταν στραμμένη στο φύτεμα των βλαστών, όταν ο Φαίδων ένιωσε ένα ισχνό άγγιγμα στο καρπό του.
Ήταν το χέρι του φίλου του που τον κρατούσε απαλά και καθώς στράφηκε, αντίκρισε τα μάτια του!
Πως να περιγράψεις τα συναισθήματα μιας ανέλπιστης χαράς;
Τα μάτια του Φειδία φάνταζαν πελώρια στο αδύνατο και σκιασμένο ακόμη πρόσωπο του, αλλά ήταν γαλήνια! Είχε έκφραση ιλαρότητας και τον κοίταζε ικετευτικά, χωρίς να θέλει όπως τις άλλες φορές να ξεφύγει αγνοώντας τον.
Ο Φαίδων τον αγκάλιασε σφικτά και η ομάδα αγγέλων και αρχόντων, βίωσαν στιγμές ανακούφισης και χαράς.
Επιτέλους, είχαν τώρα επαφή με τους πεσμένους αγγέλους...........

............. συνεχίζετε
Μπορείτε ηλεκτρονικά να αγοράσετε το βιβλίο από εδώ


Έχετε διαβάσει 43 από τις 144 σελίδες, 
από τις διαγραμμισμένες ενότητες

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΑΓΓΕΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ – Η ΠΤΩΣΗ

Η αρχή της πτώσης
Κοσμογονία - Ημέρα Πρώτη
Ημέρα Δεύτερη
Ημέρα Τρίτη
Ο Αλέξανδρος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ – Η ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ
Ημέρα Τέταρτη
Ημέρα Πέμπτη
Ο ασκητής Λάζαρος
Ημέρα Έκτη - Μέρος πρώτο
Ημέρα Έκτη - Μέρος δεύτερο
Ημέρα έβδομη
Η μεγάλη απόφαση (2η ενότητα με τον Αλέξανδρο)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Ημέρα Ογδόη
Η Λύτρωση
Η Συνάντηση
Η Επιστροφή
Αντί επιλόγου
Χρήσιμες εξηγήσεις
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Οπισθόφυλλο


Είναι χαρά κάθε δημιουργού να "ακούσει" τι γνώμη κάθε αναγνώστη.
Το βιβλίο κυκλοφορεί σε ηλεκτρονική μορφή προς 7,99 ευρώ.


   Όσοι το έχουν διαβάσει, όλοι σχεδόν είπαν πως "Όλα έχουν μπει τώρα σε μία σωστή σειρά"!
   Το βιβλίο, ακολουθώντας πορεία αμέτρητων αιώνων, μας φέρνει μέσα από σημαντικούς σταθμούς γεγονότων στο σήμερα.
   Στο "Όστις Θέλει", αν και δεν υπάρχει ανακολουθία με τα ιερά γράμματα και τις δογματικές αρχές του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, εν τούτης, ΔΕΝ υπάρχουν οι αυστηρές και άκαμπτες "δογματικές" θέσεις!!!
   Όλα εξηγούνται με την πρέπουσα αυταπόδεικτη Αλήθεια, που κατανοεί ο κάθε ένας που τον ενδιαφέρει η πορεία του στη Γη, και κυρίως στη Ζωή!
   Επί τέλους, γίνετε κατανοητό σε όλο του το μεγαλείο, πως ο Χριστιανισμός ΔΕΝ είναι θρησκεία, αλλά Ιστορία, Παράδοση, Πραγματικότητα και Αληθινά γεγονότα!!!

   Η παγκοσμιοποίηση είναι κιόλας έξω από την πόρτα μας, σε αρκετούς έχει κιόλας μπει στο χολ!
   Διαβάζοντάς το, κατανοείς την πλάνη όλων των "σοφών", των "σπουδαίων", των "ηγετών", που ως έξυπνα πουλιά, πιάστηκαν παντελώς κορόιδα στο πλάνο κάλεσμα του οξαποδώ, κι έκαναν τη λάθος στροφή προς τον μασονισμό και όπου αλλού τους καθοδήγησε ο μισόκαλος με τα απίστευτα του ψέματα.
   
   
   Παρακαλώ, αν ανήκετε στη μερίδα όσων ΔΕΝ σας ενδιαφέρουν τα άγνωστα κομμάτια της ιστορίας όλων μας, μη διακόψετε την κοινοποίησή του και προς άλλους, που σίγουρα αναζητούν και δεν μπορούν να βρουν όλα τα άγνωστα που συμπληρώνουν τη μεγάλη εικόνα της Δημιουργίας του Σύμπαντος κόσμου!

   Δεν το ζητώ για να ...πλουτίσω!
   Όσοι με γνωρίζουν από κοντά, γνωρίζουν και το πως λειτουργώ πάνω από 32 χρόνια προσφοράς.

   Όπως κι αν έχει, ευχαριστώ για την όποια κριτική αφήσετε εδώ ή στο facebook.


  Χρήστος Τυρεκίδης

   Σύντομα θα αναρτήσω ενότητες της νέας έκδοσης από τους "ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ  ΣΩΤΗΡΙΑΣ", που θα κυκλοφορήσει μαζί το "ΌΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ" προς 7,99 ευρώ.
Και τα δύο, πολύτιμα βοηθήματα για όσους αγαπούν τη γνώση, σε όσα ερωτήματα είχαν απορίες.


Ακολουθεί η μικρή διαφημιστική-επεξηγηματική του καμπάνια:


   Υπάρχουν βιβλία που περνάς ευχάριστα, που μορφώνεσαι, ή αποκτάς γνώσεις!
   Όλα τους, εικόνες μικρές, κομμάτια ενός πελώριου πάζλ, του κόσμου και της ζωής που ζούμε, που ποτέ δεν θα μας τον αποκαλύψουν ολόκληρο!
   Όσα με φιλότιμο θελήσουν να μας δώσουν, θα είναι πάντοτε ένα τμήμα του όλου!
   Το «Όστις Θέλει», αν και έχει άκρως θρησκευτικό τίτλο, αν και μιλά για Αγγέλους και δαίμονες, ΔΕΝ είναι θρησκευτικό βιβλίο!
   Αν και αποκαλύπτει γεγονότα πριν το Χρόνο, έως και το μελανό μας Μέλλον, αν και μας φέρνει δίπλα στον Μακεδόνα στρατηλάτη Αλέξανδρο, ΔΕΝ είναι, ούτε Ιστορικό βιβλίο!
   Είναι μάλλον ένας καλός ξεναγός, που με σαφήνεια και υπομονή θα σας οδηγήσει σε όσα Δεν μπόρεσαν να μας πουν Δάσκαλοι, Ιερείς και Καθηγητάδες στα χρόνια των σπουδών μας.
Πέρα από το τι θα βρείτε στις σελίδες του, αυτό που μπορώ να τονίσω με σιγουριά, είναι ό,τι μου είπαν όσοι κιόλας το έχουν διαβάσει:
Επί τέλους, όλα έχουν μπει σε μία σωστή σειρά στο μυαλό μου!
Τα βιβλία είναι δύο: Το «Όστις Θέλει» και το «Λογισμοί Σωτηρίας». Μη τα χωρίσετε!
Όλοι πασχίζουν να σας πείσουν να ξεπουλήσετε ότι όμορφο και δωρεάν μας δόθηκε, για να αγοράσετε τελικά …ευρώ!
Κάντε επένδυση που δεν επηρεάζουν τα χρηματιστήρια, που ολοκληρώνει ό,τι κιόλας όμορφο όλοι μας έχουμε!

Εμάς!


Αγοράστε ηλεκτρονικά το βιβλίο από εδώ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου